Σε μια εποχή που η ευφορία γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) θυμίζει τις ημέρες της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης, ο νομπελίστας οικονομολόγος Χριστόφορος Πισσαρίδης έρχεται να προσγειώσει τις προσδοκίες. Με μια ανάλυση που συνδυάζει την ιστορική προοπτική με τη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, ο κ. Πισσαρίδης υποστηρίζει ότι, παρά την τεράστια δυναμική της, η ΑΙ δεν πρόκειται να αποτελέσει το όχημα που θα επαναφέρει τις δυτικές οικονομίες στις «χρυσές εποχές» της υψηλής ανάπτυξης που γνωρίσαμε στα μέσα του προηγούμενου αιώνα.

Το τέλος των «μεγάλων αλμάτων»

Η βασική θέση του Πισσαρίδη εδράζεται στο γεγονός ότι οι σύγχρονες οικονομίες της Δύσης είναι πλέον «ώριμες» και κυριαρχούνται από τον τομέα των υπηρεσιών. Στις δεκαετίες του 1950 και 1960, η εκρηκτική ανάπτυξη τροφοδοτήθηκε από τη μαζική μετακίνηση εργατικού δυναμικού από τη γεωργία στη μεταποίηση – μια μετάβαση που πρόσφερε τεράστια κέρδη παραγωγικότητας. Σήμερα, η μετάβαση γίνεται από τη μεταποίηση προς τις προσωπικές υπηρεσίες, όπως η υγεία, η εκπαίδευση και η φροντίδα, τομείς όπου η ανθρώπινη επαφή παραμένει αναντικατάστατη.

Σύμφωνα με τον νομπελίστα, η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αυτοματοποιήσει πολλές εργασίες, αλλά δεν μπορεί να εξαλείψει την ανάγκη για ανθρώπινη παρουσία σε κρίσιμους τομείς. Αυτό δημιουργεί το λεγόμενο «νόσημα του Μπάουμολ» (Baumol's cost disease): η παραγωγικότητα αυξάνεται στην τεχνολογία, αλλά το κόστος των υπηρεσιών που απαιτούν άνθρωπο συνεχίζει να ανεβαίνει, κρατώντας τον συνολικό ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ σε χαμηλά επίπεδα, κοντά στο 1% με 2%.

Η δημογραφική πρόκληση και το εργατικό δυναμικό

Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας που αναφέρει ο Πισσαρίδης είναι η δημογραφική γήρανση της Δύσης. Καθώς ο πληθυσμός γερνάει, το ποσοστό του ενεργού εργατικού δυναμικού μειώνεται. Η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει στην κάλυψη κάποιων κενών, αλλά η ζήτηση για υπηρεσίες φροντίδας ηλικιωμένων θα απορροφήσει ένα μεγάλο μέρος των κερδών παραγωγικότητας που θα προσφέρει η τεχνολογία σε άλλους κλάδους.

  • Η ΑΙ θα βελτιώσει την αποδοτικότητα σε γραφειοκρατικές και τεχνικές εργασίες.
  • Ο τομέας των υπηρεσιών θα παραμείνει το «βαρίδι» που εμποδίζει την εκρηκτική ανάπτυξη.
  • Η ανάγκη για επανεκπαίδευση είναι επιτακτική, αλλά όχι πανάκεια για το ΑΕΠ.
  • Η Ευρώπη αντιμετωπίζει μεγαλύτερο πρόβλημα λόγω έλλειψης επενδύσεων σε σύγκριση με τις ΗΠΑ.

Ο Πισσαρίδης επισημαίνει ότι η ΑΙ θα αλλάξει τη φύση της εργασίας, καθιστώντας την πιο δημιουργική και λιγότερο επαναλαμβανόμενη, αλλά αυτό δεν μεταφράζεται αυτόματα σε ρυθμούς ανάπτυξης 4% ή 5%. Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι οι τεχνολογικές επαναστάσεις χρειάζονται δεκαετίες για να ενσωματωθούν πλήρως στο οικονομικό σύστημα και, όταν αυτό συμβεί, η επίδρασή τους συχνά αντισταθμίζεται από άλλες δομικές αδυναμίες.

Η ανάγκη για ρεαλιστική πολιτική

Το μήνυμα προς τους χαρτοφυλάκιο-κατόχους και τους πολιτικούς είναι σαφές: η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την αποφυγή δύσκολων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Η εστίαση πρέπει να δοθεί στην ποιότητα της ζωής και στη δίκαιη κατανομή των κερδών από την αυτοματοποίηση, αντί για το κυνήγι ανέφικτων στόχων ανάπτυξης.

«Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι ένα εργαλείο που θα κάνει τη ζωή μας ευκολότερη, αλλά δεν μπορεί να νικήσει τους νόμους της οικονομικής ωριμότητας», τονίζει ο Πισσαρίδης.

Συμπερασματικά, η Δύση οφείλει να προσαρμοστεί σε μια «νέα κανονικότητα» χαμηλής ανάπτυξης, όπου η τεχνολογία θα λειτουργεί ως σταθεροποιητής και όχι ως επιταχυντής. Η υπερβολική αισιοδοξία για το «θαύμα της ΑΙ» κινδυνεύει να οδηγήσει σε λανθασμένες επενδυτικές αποφάσεις και κοινωνική απογοήτευση, εάν οι πολίτες περιμένουν μια επιστροφή στα επίπεδα ευημερίας της μεταπολεμικής περιόδου μόνο μέσω των αλγορίθμων.