Στο Βερολίνο, η πολιτική ατμόσφαιρα είναι βαριά, καθώς η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς έρχεται αντιμέτωπη με την πρώτη σοβαρή κρίση εμπιστοσύνης από την επιχειρηματική ελίτ της χώρας. Παρά την πρόσφατη ανακοίνωση ενός πακέτου φοροελαφρύνσεων ύψους 10 δισεκατομμυρίων ευρώ, οι Διευθύνοντες Σύμβουλοι των μεγαλύτερων γερμανικών ομίλων —από τη BASF και τη Siemens έως τις αυτοκινητοβιομηχανίες της Βαυαρίας— στέλνουν ένα ηχηρό μήνυμα: «Πολύ λίγα, πολύ αργά».

Η Παγίδα της Στασιμότητας και το Φάντασμα της Αποβιομηχάνισης

Η Γερμανία, που κάποτε αποτελούσε την ατμομηχανή της Ευρώπης, παλεύει πλέον με δομικά προβλήματα που δεν μπορούν να λυθούν με ημίμετρα. Το πακέτο των 10 δισ. ευρώ, αν και καλοδεχούμενο ως πρόθεση, θεωρείται από τους αναλυτές και τους βιομηχάνους ως μια συμβολική κίνηση που υπολείπεται κατά πολύ των πραγματικών αναγκών. Η φορολογική επιβάρυνση των επιχειρήσεων στη Γερμανία παραμένει κοντά στο 30%, την ώρα που ο διεθνής ανταγωνισμός, ιδιαίτερα από τις ΗΠΑ μέσω του Inflation Reduction Act (IRA), προσφέρει τεράστια κίνητρα και χαμηλότερο λειτουργικό κόστος.

Οι CEOs επισημαίνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο το ύψος των φόρων, αλλά το συνολικό κόστος επιχειρείν. Η ενέργεια παραμένει δυσβάσταχτα ακριβή μετά την απεξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, ενώ η ψηφιοποίηση του κράτους κινείται με ρυθμούς χελώνας. «Δεν χρειαζόμαστε απλώς μια μικρή ελάφρυνση, χρειαζόμαστε μια ολική επανεκκίνηση του συστήματος», δήλωσε χαρακτηριστικά κορυφαίο στέλεχος του κλάδου των χημικών, υπογραμμίζοντας τον κίνδυνο μεταφοράς παραγωγικών μονάδων εκτός γερμανικού εδάφους.

Το Πολιτικό Δίλημμα του Μερτς και το «Φρένο Χρέους»

Ο Καγκελάριος Μερτς βρίσκεται ανάμεσα σε συμπληγάδες. Από τη μία πλευρά, η πίεση για δημοσιονομική πειθαρχία και η τήρηση του «φρένου χρέους» (Schuldenbremse) περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών του. Από την άλλη, η πραγματική οικονομία αιμορραγεί. Η γερμανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι τα 10 δισ. ευρώ είναι το μέγιστο δυνατόν στο πλαίσιο του ισχύοντος προϋπολογισμού, όμως οι βιομήχανοι αντιτείνουν ότι χωρίς τολμηρές επενδύσεις στις υποδομές και δραστική μείωση της γραφειοκρατίας, η χώρα θα χάσει οριστικά το τρένο της ανταγωνιστικότητας.

  • Το ενεργειακό κόστος παραμένει 2-3 φορές υψηλότερο από ό,τι στις ΗΠΑ.
  • Η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού απειλεί την καινοτομία.
  • Οι υποδομές (σιδηρόδρομοι, δίκτυα 5G) απαιτούν επενδύσεις εκατοντάδων δισεκατομμυρίων.

Η κριτική δεν περιορίζεται μόνο στα οικονομικά μεγέθη. Υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση ότι το Βερολίνο δεν έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της γεωπολιτικής αλλαγής. Η Κίνα δεν είναι πλέον μόνο ένας μεγάλος πελάτης, αλλά ένας επιθετικός ανταγωνιστής που επιδοτεί τις δικές του βιομηχανίες με ποσά που κάνουν τα 10 δισ. του Μερτς να μοιάζουν με φιλοδώρημα.

Η Ανάγκη για ένα «Νέο Κοινωνικό Συμβόλαιο»

Η συζήτηση πλέον μετατοπίζεται από τις απλές φοροελαφρύνσεις σε μια ευρύτερη μεταρρύθμιση. Οι CEOs ζητούν ένα «Σύμφωνο για το Μέλλον», το οποίο θα περιλαμβάνει τη μείωση της εταιρικής φορολογίας στο 25%, την πλήρη κατάργηση των γραφειοκρατικών εμποδίων για τις πράσινες επενδύσεις και μια ριζική αναθεώρηση της μεταναστευτικής πολιτικής για την προσέλκυση ταλέντων.

«Αν η Γερμανία θέλει να παραμείνει βιομηχανικό κέντρο, πρέπει να σταματήσει να αυτοπροσδιορίζεται ως το ηθικό παράδειγμα της Ευρώπης και να αρχίσει να λειτουργεί ως μια σύγχρονη οικονομία που κατανοεί τους κανόνες του παγκόσμιου παιχνιδιού», αναφέρει ανάλυση γνωστού γερμανικού think tank.

Συμπερασματικά, η προειδοποίηση των CEOs προς τον Μερτς αποτελεί ένα καμπανάκι κινδύνου για ολόκληρη την Ευρωζώνη. Αν η μεγαλύτερη οικονομία της ηπείρου αποτύχει να εκσυγχρονιστεί, οι συνέπειες θα είναι αλυσιδωτές. Το ερώτημα δεν είναι αν ο Μερτς θέλει να βοηθήσει τις επιχειρήσεις, αλλά αν το πολιτικό σύστημα της Γερμανίας είναι έτοιμο να θυσιάσει τις ιερές αγελάδες της δημοσιονομικής ακαμψίας για χάρη της επιβίωσης.