Η δημοσιονομική σταθερότητα των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο, καθώς οι αυξανόμενες αποδόσεις των ομολόγων αναδεικνύουν την ευαλωτότητα της χώρας στις διαθέσεις των αγορών. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Scope Ratings, η τρέχουσα τροχιά του χρέους χαρακτηρίζεται ως «μη βιώσιμη μεσοπρόθεσμα», αφήνοντας το κράτος εκτεθειμένο στις μεταβολές των συνθηκών χρηματοδότησης.

Αξιολογήσεις και Δημοσιονομικές Πιέσεις

Ο ευρωπαϊκός οίκος αξιολόγησης Scope διατήρησε τη βαθμολογία των ΗΠΑ στο AA-, τρεις βαθμίδες κάτω από την κορυφαία αξιολόγηση, παραμένοντας πιο αυστηρός σε σχέση με τους Moody’s, Fitch και S&P. Παρά τα ισχυρά θεμέλια της αμερικανικής οικονομίας — όπως ο ρόλος του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος και η ρευστότητα των κεφαλαιαγορών — η έλλειψη πολιτικής βούλησης για δημοσιονομική μεταρρύθμιση προκαλεί ανησυχία.

Το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους αποτελεί πλέον τον κύριο μοχλό επιδείνωσης. Ενώ το πρωτογενές έλλειμμα παραμένει σταθερό γύρω στο 3,5% του ΑΕΠ, η απόδοση του 10ετούς ομολόγου στο 5,27% έχει ήδη ξεπεράσει τις μακροπρόθεσμες προβλέψεις του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO). Εάν οι αποδόσεις παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα, εκτιμάται ότι θα προστεθούν επιπλέον 3,5 τρισεκατομμύρια δολάρια στο χρέος μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Το Φάντασμα του Ορίου Χρέους

Η Scope προβλέπει ότι το τρέχον όριο χρέους των 41,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων θα εξαντληθεί στις αρχές του 2027. Παρόλο που το Υπουργείο Οικονομικών μπορεί να χρησιμοποιήσει «έκτακτα μέτρα», το πολιτικό τοπίο μετά τις ενδιάμεσες εκλογές ενδέχεται να οδηγήσει σε παρατεταμένες κομματικές αντιπαραθέσεις. Αυτά τα επεισόδια, σύμφωνα με τον οίκο, αναδεικνύουν αδυναμίες στη δημοσιονομική διακυβέρνηση και προκαλούν περιοδική αστάθεια στις αγορές.

«Αυτή η τροχιά δείχνει μια μη βιώσιμη μεσοπρόθεσμη δημοσιονομική πορεία και αφήνει το κράτος όλο και πιο εκτεθειμένο στις αλλαγές του κλίματος της αγοράς», αναφέρει η Scope Ratings.

Στροφή σε Βραχυπρόθεσμο Δανεισμό

Υπό τη διοίκηση του Υπουργού Οικονομικών Scott Bessent, οι ΗΠΑ συνεχίζουν τη στρατηγική αναδιάρθρωσης του χρέους προς βραχυπρόθεσμες λήξεις. Αν και αυτό μειώνει το άμεσο κόστος, καθιστά την αναχρηματοδότηση ακριβότερη όταν οι αποδόσεις αυξάνονται απότομα. Παράλληλα, η αυξανόμενη παρουσία κερδοσκοπικών κεφαλαίων (hedge funds) στην αγορά ομολόγων, που αντικαθιστούν τις πιο σταθερές ξένες κεντρικές τράπεζες, ενισχύει τη μεταβλητότητα των τιμών.

Το οικονομικό έτος 2026 έκλεισε με έλλειμμα 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ το κόστος των τόκων έφτασε το επίπεδο ρεκόρ των 1,1 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, ξεπερνώντας τις δαπάνες για την άμυνα και το Medicare.