Η Βραζιλία διαθέτει σήμερα έναν συνδυασμό πόρων που ελάχιστα κράτη μπορούν να ανταγωνιστούν: άφθονη ενέργεια, τεράστια παραγωγή τροφίμων και το δεύτερο μεγαλύτερο απόθεμα σπάνιων γαιών στον κόσμο. Παρά ταύτα, η χώρα κινδυνεύει να επιβεβαιώσει την ειρωνική ρήση ότι παραμένει αιώνια η «χώρα του μέλλοντος», καθώς το παρόν της υπονομεύεται από πολιτική πόλωση και δημοσιονομική αστάθεια.

Ένας ενεργειακός και αγροτικός κολοσσός

Σύμφωνα με ανάλυση του Economist, η Βραζιλία εξελίσσεται σε αγροτική υπερδύναμη, αναμένοντας φέτος να ξεπεράσει τις ΗΠΑ ως ο μεγαλύτερος εξαγωγέας αγροτικών προϊόντων παγκοσμίως. Κυριαρχεί ήδη σε τομείς όπως το βοδινό κρέας, ο καφές, η σόγια και το ζαχαροκάλαμο.

Στο μέτωπο της ενέργειας, η χώρα συνδυάζει τα παραδοσιακά κοιτάσματα πετρελαίου (με νέες ανακαλύψεις στο Equatorial Margin) με μια εντυπωσιακή πράσινη υποδομή, καθώς το 89% της ηλεκτρικής ενέργειας παράγεται από ανανεώσιμες πηγές. Επιπλέον, τα αποθέματα σπάνιων γαιών την καθιστούν στρατηγικό εταίρο για τη Δύση στην προσπάθεια απεξάρτησης από την Κίνα.

Η δημοσιονομική παγίδα και τα «βαρίδια»

Πίσω από τον πλούτο κρύβεται μια ζοφερή οικονομική πραγματικότητα. Το δημόσιο χρέος πλησιάζει το 100% του ΑΕΠ, ενώ το έλλειμμα ξεπερνά το 9%. Η Βραζιλία δαπανά το 10% του ΑΕΠ της για συντάξεις –ποσοστό αντίστοιχο με της γηραιότερης Ιαπωνίας– ενώ το 90% του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού δεσμεύεται σε υποχρεωτικές δαπάνες.

Ο Economist προειδοποιεί ότι αν δεν αλλάξει η πορεία, έως το 2029 δεν θα απομένουν χρήματα για καμία άλλη κυβερνητική δαπάνη πέραν των υποχρεωτικών. Παράλληλα, τα πραγματικά επιτόκια στο 9% πνίγουν την ανάπτυξη και αυξάνουν τις χρεοκοπίες επιχειρήσεων.

Πολιτικό αδιέξοδο και θεσμική κρίση

Η πολιτική σκηνή παραμένει διχασμένη ανάμεσα στον 80χρονο Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα και τον Φλάβιο Μπολσονάρου. Ο Λούλα επικρίνεται για την άρνησή του να εφαρμόσει δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ ο Μπολσονάρου, γιος του πρώην προέδρου, καταφεύγει σε λαϊκιστικές υποσχέσεις.

Την κατάσταση επιδεινώνει το σκάνδαλο της Banco Master, που αποκάλυψε διασυνδέσεις μεταξύ τραπεζικών κύκλων και μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναδεικνύοντας ένα βαθύ θεσμικό αδιέξοδο όπου η δικαιοσύνη και η πολιτική αλληλοεξαρτώνται με αδιαφανείς τρόπους.