Το ελληνικό λιανεμπόριο τροφίμων εισέρχεται σε μια φάση έντονου μετασχηματισμού, καθώς οι καταναλωτές περιορίζουν τις δαπάνες τους και ο ανταγωνισμός μεταξύ των αλυσίδων οξύνεται. Σύμφωνα με νέα ανάλυση της McKinsey & Company, ο κλάδος στην Ελλάδα έχει βιώσει περισσότερες ανακατατάξεις τα τελευταία πέντε χρόνια από όσες τα προηγούμενα 25 χρόνια συνολικά.

Η πίεση στα περιθώρια κέρδους και ο κατακερματισμός

Η μελέτη υπογραμμίζει ότι τα περιθώρια EBITDA των ελληνικών επιχειρήσεων λιανικής παραμένουν χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (~5% έναντι ~6%). Παράλληλα, η ελληνική αγορά παραμένει ιδιαίτερα κατακερματισμένη, με τα μικρά και ανεξάρτητα σημεία πώλησης να κατέχουν το 30% της αγοράς, σε αντίθεση με το 18% στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτή η δομή δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για μελλοντικές συνεργασίες και εξαγορές.

Αλλαγή καταναλωτικής συμπεριφοράς: Η υποχώρηση της «πιστότητας»

Οι Έλληνες καταναλωτές εμφανίζονται ιδιαίτερα ευαίσθητοι στις τιμές, με το 63% να δηλώνει πρόθεση μείωσης των δαπανών για τρόφιμα. Καταγράφεται δομική υποχώρηση του δείκτη «πιστότητας», καθώς μόλις το 15% των καταναλωτών ψωνίζει αποκλειστικά από μία αλυσίδα, ενώ το 73% επισκέπτεται δύο έως τρεις διαφορετικές αλυσίδες αναζητώντας προσφορές.

Η δυναμική της ιδιωτικής ετικέτας και της Τεχνητής Νοημοσύνης

Αν και η διείσδυση των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας (private label) στην Ελλάδα είναι χαμηλότερη από την Ευρώπη (~24% έναντι ~40%), το 91% των καταναλωτών θεωρεί πλέον ότι προσφέρουν ίση ή καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής. Ταυτόχρονα, η Τεχνητή Νοημοσύνη αρχίζει να παίζει καθοριστικό ρόλο, με πρώιμες εφαρμογές να δείχνουν αύξηση έως και 20% στις προσθήκες προϊόντων στο καλάθι μέσω προσωποποιημένων προτάσεων.

Στρατηγικοί άξονες για το μέλλον

Η McKinsey προτείνει τρεις βασικούς πυλώνες για την ανάπτυξη των επιχειρήσεων:

  • Επενδύσεις σε private brands και ψηφιακές δυνατότητες.
  • Βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας μέσω AI και εφοδιαστικής αλυσίδας.
  • Αναζήτηση νέων εσόδων μέσω retail media και υπηρεσιών προς τρίτους.