Σε μια εποχή που η παγκόσμια κοινότητα παλεύει να βρει την ισορροπία μεταξύ της τεχνολογικής προόδου και της ηθικής θωράκισης, ο Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθαρίζει τη θέση του: η Αμερική πρέπει να τρέξει πιο γρήγορα από όλους, χωρίς το «βαρίδι» των αυστηρών κανονισμών. Στην πρόσφατη συνέντευξή του στο Bloomberg, ο πρώην πρόεδρος και εκ νέου διεκδικητής του Λευκού Οίκου περιέγραψε το όραμά του για μια Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) με «όσο το δυνατόν λιγότερους φραγμούς», σηματοδοτώντας μια ριζική στροφή από την τρέχουσα πολιτική της κυβέρνησης Μπάιντεν.

Η Αποδόμηση του Διατάγματος Μπάιντεν

Η κεντρική υπόσχεση του Τραμπ αφορά την άμεση ανάκληση του Εκτελεστικού Διατάγματος 14110 του Τζο Μπάιντεν. Το διάταγμα αυτό, που υπογράφηκε το 2023, θεωρείται από πολλούς ως η πιο ολοκληρωμένη προσπάθεια ρύθμισης της ΤΝ στις ΗΠΑ, επιβάλλοντας στις εταιρείες την κοινοποίηση των αποτελεσμάτων των δοκιμών ασφαλείας στην κυβέρνηση προτού κυκλοφορήσουν ισχυρά μοντέλα. Για τον Τραμπ, ωστόσο, αυτά τα μέτρα αποτελούν «γραφειοκρατικά εμπόδια» που πνίγουν την καινοτομία. Η ρητορική του επικεντρώνεται στην ιδέα ότι η ρύθμιση δεν προστατεύει τον πολίτη, αλλά αντίθετα δίνει πλεονέκτημα στους αντιπάλους των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με αναλυτές, η προσέγγιση του Τραμπ δεν είναι απλώς οικονομική αλλά και βαθιά ιδεολογική. Έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει τα τρέχοντα μοντέλα ΤΝ ως «προκατειλημμένα» ή «woke», υποστηρίζοντας ότι οι περιορισμοί ασφαλείας ενσωματώνουν μια φιλελεύθερη ατζέντα που περιορίζει την ελευθερία του λόγου. Η υπόσχεσή του για «ελευθερία στην ΤΝ» αντηχεί στα αυτιά μιας μερίδας της Σίλικον Βάλεϊ που βλέπει τους κανονισμούς ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη του επόμενου «μεγάλου πράγματος».

Η Γεωπολιτική Σκακιέρα και η Κίνα

Το ισχυρότερο επιχείρημα της πλευράς Τραμπ είναι ο ανταγωνισμός με το Πεκίνο. «Αν δεν το κάνουμε εμείς, θα το κάνουν αυτοί», είναι το μόνιμο ρεφρέν. Η λογική είναι απλή: κάθε ώρα που μια αμερικανική εταιρεία ξοδεύει σε ελέγχους συμμόρφωσης, είναι μια ώρα που η Κίνα κερδίζει στο πεδίο της στρατιωτικής και οικονομικής εφαρμογής της ΤΝ. Ο Τραμπ υποστηρίζει ότι η υπεροχή της Αμερικής εξαρτάται από την ικανότητά της να αναπτύσσει τεχνολογία με την ταχύτητα του ιδιωτικού τομέα, χωρίς την ανάμειξη της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.

Ωστόσο, αυτή η προσέγγιση αγνοεί τις προειδοποιήσεις κορυφαίων επιστημόνων, συμπεριλαμβανομένων των «νονών» της ΤΝ, οι οποίοι επισημαίνουν ότι χωρίς διεθνή συνεργασία και βασικούς κανόνες ασφαλείας, ο κίνδυνος ενός υπαρξιακού ατυχήματος ή μιας ανεξέλεγκτης κούρσας εξοπλισμών αυξάνεται εκθετικά. Η «στρατηγική της ταχύτητας» του Τραμπ θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια παγκόσμια «κούρσα προς τον πάτο» (race to the bottom), όπου η ασφάλεια θυσιάζεται στο βωμό της κυριαρχίας.

Το Νέο Λόμπι της Σίλικον Βάλεϊ

Ίσως η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή αυτής της πολιτικής μετατόπισης είναι η νέα συμμαχία μεταξύ του Τραμπ και ορισμένων από τους ισχυρότερους παίκτες της τεχνολογίας. Ονόματα όπως ο Marc Andreessen και ο Ben Horowitz, καθώς και η υποστήριξη από τον Elon Musk, δείχνουν ότι ένα σημαντικό μέρος του κεφαλαίου της Σίλικον Βάλεϊ μετακινείται προς το Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο. Αυτοί οι επενδυτές βλέπουν στην απορρύθμιση την ευκαιρία για τεράστια κέρδη, απαλλαγμένα από το φόβο της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας ή των ηθικών περιορισμών.

«Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι το νέο πετρέλαιο, και ο Τραμπ υπόσχεται να ανοίξει τις στρόφιγγες χωρίς να ρωτήσει για το περιβαλλοντικό κόστος της ψηφιακής μας ασφάλειας», αναφέρει χαρακτηριστικά ένας αναλυτής πολιτικής τεχνολογίας.

Συμπερασματικά, η πρόταση για «ελάχιστους φραγμούς» στην ΤΝ αποτελεί ένα πείραμα υψηλού κινδύνου. Αν πετύχει, οι ΗΠΑ μπορεί να εδραιώσουν την τεχνολογική τους ηγεμονία για τον επόμενο αιώνα. Αν όμως αποτύχει, οι συνέπειες μιας ανεξέλεγκτης ΤΝ —από την παραπληροφόρηση σε κλίμακα έως την κυβερνοασφάλεια— θα είναι μια κληρονομιά που καμία κυβέρνηση δεν θα μπορεί εύκολα να διορθώσει.