Σε μια εποχή όπου η ψηφιακή σφαίρα κυριαρχεί στην καθημερινότητα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης έθεσε έναν κρίσιμο προβληματισμό για την ποιότητα της δημοκρατίας μας το 2026. Η παρέμβασή του, που εστιάζει στη «δηλητηρίαση» του πολιτικού λόγου μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δεν αποτελεί απλώς μια διαπίστωση, αλλά μια προειδοποίηση για τη σταδιακή διάβρωση των θεσμικών θεμελίων της επικοινωνίας. Σύμφωνα με τον κ. Μαρινάκη, η ταχύτητα και η ανωνυμία του διαδικτύου έχουν δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου η πόλωση υπερισχύει της σύνθεσης και η κραυγή του επιχειρήματος.

Τοξικότητα και Αλγόριθμοι: Η Νέα Πραγματικότητα

Η ανάλυση του κ. Μαρινάκη ξεκινά από την παραδοχή ότι τα social media έχουν μετατραπεί από εργαλεία εκδημοκρατισμού της πληροφορίας σε μηχανισμούς αναπαραγωγής μίσους. «Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά δηλητηριάζουν τον πολιτικό λόγο», σημείωσε, αναφερόμενος στην ευκολία με την οποία διαδίδονται τα fake news και οι προσωπικές επιθέσεις. Στο πολιτικό σκηνικό του 2026, όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη μπορεί να παράγει αληθοφανές αλλά ψευδές περιεχόμενο σε δευτερόλεπτα, ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος από ποτέ.

Οι αλγόριθμοι των μεγάλων πλατφορμών, σχεδιασμένοι να μεγιστοποιούν την αλληλεπίδραση (engagement), τείνουν να προωθούν το περιεχόμενο που προκαλεί οργή ή φόβο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία «θαλάμων αντήχησης» (echo chambers), όπου οι πολίτες εκτίθενται μόνο σε απόψεις που επιβεβαιώνουν τις προκαταλήψεις τους. Ο πολιτικός λόγος έτσι χάνει τη βάση του: την ανταλλαγή αντίθετων αλλά τεκμηριωμένων απόψεων με σκοπό το κοινό καλό. Αντ' αυτού, βλέπουμε μια συνεχή σύγκρουση για τις εντυπώσεις, όπου η ουσία θυσιάζεται στον βωμό των likes.

Απολιτίκ ή Αποστασιοποιημένοι; Η Διάγνωση για τη Νέα Γενιά

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία της τοποθέτησης του Παύλου Μαρινάκη αφορά τη σχέση των νέων με την πολιτική. Η συνηθισμένη κριτική θέλει τη Gen Z και τη Gen Alpha να είναι «απολιτίκ», αδιαφορώντας για τα κοινά. Ο κ. Μαρινάκης διαφωνεί ριζικά με αυτή την ανάγνωση. «Οι νέοι δεν είναι απολιτίκ, είναι αποστασιοποιημένοι», τόνισε χαρακτηριστικά. Αυτή η διάκριση είναι κομβική για την κατανόηση της σύγχρονης κοινωνιολογίας.

Η αποστασιοποίηση υποδηλώνει μια συνειδητή επιλογή. Οι νέοι άνθρωποι σήμερα ενημερώνονται, έχουν έντονες απόψεις για την κλιματική αλλαγή, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την οικονομική δικαιοσύνη, αλλά δεν βρίσκουν «σπίτι» στον παραδοσιακό κομματικό λόγο. Η τοξικότητα που περιγράφηκε παραπάνω λειτουργεί ως απωθητικό. Όταν ένας νέος βλέπει τον πολιτικό διάλογο να εξαντλείται σε ύβρεις στο Twitter (X) ή σε ρηχά βίντεο στο TikTok, επιλέγει να απομακρυνθεί από την ενεργό συμμετοχή, θεωρώντας το σύστημα αδιαπέραστο και εχθρικό.

  • Η αποχή δεν είναι έλλειψη ενδιαφέροντος, αλλά έλλειψη εμπιστοσύνης.
  • Τα κοινωνικά ζητήματα κινητοποιούν τους νέους περισσότερο από τις κομματικές ταυτότητες.
  • Η ψηφιακή επικοινωνία των κομμάτων συχνά αποτυγχάνει να μιλήσει τη γλώσσα της αλήθειας.

Η Πρόκληση του Λαϊκισμού και η Επόμενη Μέρα

Ο κ. Μαρινάκης προειδοποίησε επίσης για την άνοδο του ψηφιακού λαϊκισμού. Οι απλουστευτικές λύσεις σε σύνθετα προβλήματα βρίσκουν γόνιμο έδαφος στα social media. Ο λαϊκισμός του 2026 δεν φοράει πάντα το πρόσωπο της οργής· συχνά φοράει το πρόσωπο του «lifestyle» πολιτικού που επικοινωνεί απευθείας με το κοινό του, παρακάμπτοντας τον δημοσιογραφικό έλεγχο και τη θεσμική κριτική.

«Η δημοκρατία απαιτεί χρόνο, σκέψη και διάλογο. Τα social media απαιτούν ταχύτητα, ένστικτο και αντίδραση. Αυτή η ασυμβατότητα είναι η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας.»

Για να γεφυρωθεί το χάσμα με τους «αποστασιοποιημένους» πολίτες, απαιτείται μια νέα προσέγγιση. Δεν αρκεί η παρουσία των πολιτικών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· απαιτείται η αλλαγή του ίδιου του περιεχομένου. Ο Παύλος Μαρινάκης υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα συνολικά πρέπει να επενδύσουν στην αυθεντικότητα και στην παραγωγή πολιτικής που έχει άμεσο και ορατό αντίκτυπο στη ζωή των πολιτών, μακριά από επικοινωνιακά τεχνάσματα.

Συμπερασματικά, η «δηλητηρίαση» του πολιτικού λόγου είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ωστόσο, η αναγνώριση ότι οι νέοι παραμένουν πολιτικά όντα, έστω και από απόσταση, αφήνει μια χαραμάδα ελπίδας. Αν το πολιτικό σύστημα καταφέρει να καθαρίσει τον δημόσιο λόγο από τις τοξίνες της ψηφιακής εποχής, ίσως η αποστασιοποίηση μετατραπεί ξανά σε ενεργό συμμετοχή.