Σε μια κίνηση που προκαλεί τριγμούς στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Ανατολικής Μεσογείου, ο Ντόναλντ Τραμπ επανέφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της αμυντικής συνεργασίας των ΗΠΑ με την Τουρκία. Με δηλώσεις που φέρουν τη σφραγίδα της προσωπικής του «συναλλακτικής» διπλωματίας, ο Αμερικανός ηγέτης άφησε να εννοηθεί ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να επανεξετάσει τον αποκλεισμό της Άγκυρας από το πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35, καθώς και τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν μέσω του νόμου CAATSA (Countering America's Adversaries Through Sanctions Act).
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή στην αμυντική ατζέντα, αλλά μια δυνητική ανατροπή της στρατηγικής που ακολουθήθηκε τα τελευταία χρόνια. Η Τουρκία αποβλήθηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την απόφασή της να προμηθευτεί το ρωσικό σύστημα αεράμυνας S-400, μια κίνηση που το Πεντάγωνο θεώρησε ασύμβατη με την ασφάλεια των νατοϊκών συστημάτων. Σήμερα, το 2026, το τοπίο φαίνεται να αλλάζει, καθώς η Ουάσιγκτον αναζητά νέες φόρμουλες προσέγγισης με την Άγκυρα, εν μέσω ενός ρευστού διεθνούς περιβάλλοντος.
Το Αγκάθι των S-400 και η Νομική Πολυπλοκότητα του CAATSA
Για να κατανοήσουμε τη βαρύτητα των δηλώσεων Τραμπ, πρέπει να εξετάσουμε το νομικό τείχος που υψώνεται μπροστά από κάθε προσπάθεια εξομάλυνσης. Ο νόμος CAATSA δεν είναι μια απλή προεδρική απόφαση που ανακαλείται με ένα διάταγμα. Αποτελεί νομοθεσία του Κογκρέσου που επιβάλλει κυρώσεις σε χώρες που πραγματοποιούν «σημαντικές συναλλαγές» με τον ρωσικό αμυντικό τομέα. Η Τουρκία έγινε η πρώτη σύμμαχος του ΝΑΤΟ στην οποία επιβλήθηκαν τέτοιες κυρώσεις, πλήττοντας την Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών (SSB) και περιορίζοντας την πρόσβασή της σε αμερικανική τεχνολογία.
Η ρητορική του Τραμπ υποδηλώνει μια διάθεση παράκαμψης ή τροποποίησης αυτών των περιορισμών, υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία θα προσφέρει τα απαραίτητα ανταλλάγματα. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το «κλειδί» παραμένει η τύχη των S-400. Είτε μέσω της «αποθήκευσής» τους υπό αμερικανική επίβλεψη, είτε μέσω της μεταφοράς τους σε τρίτη χώρα, η Άγκυρα καλείται να λύσει έναν γρίφο που η ίδια δημιούργησε. Ωστόσο, η επιμονή του Ερντογάν στην «εθνική κυριαρχία» καθιστά οποιαδήποτε υπαναχώρηση πολιτικά κοστοβόρα στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Η Ισορροπία Δυνάμεων στο Αιγαίο και ο Παράγοντας «Ελλάδα»
Για την Αθήνα, η προοπτική επιστροφής της Τουρκίας στα F-35 αποτελεί μια δυνητική απειλή για την αεροπορική υπεροχή που εξασφάλισε η Ελλάδα μέσω της δικής της παραγγελίας F-35 και της αναβάθμισης των F-16 σε επίπεδο Viper. Η ελληνική διπλωματία παρακολουθεί στενά τις κινήσεις της Ουάσιγκτον, υπενθυμίζοντας ότι η αμυντική συνεργασία δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου και της σταθερότητας στην περιοχή.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν ο Τραμπ προτίθεται να διατηρήσει το δόγμα της «ισορροπίας», προσφέροντας στην Τουρκία μια «διέξοδο» που δεν θα υπονομεύει τα ελληνικά συμφέροντα. Η πιθανότητα μιας ταυτόχρονης ενίσχυσης και των δύο πλευρών του Αιγαίου με αεροσκάφη πέμπτης γενιάς θα μπορούσε να οδηγήσει σε μια νέα κούρσα εξοπλισμών, αυξάνοντας το κόστος για τις εθνικές οικονομίες αλλά και την ένταση στην περιοχή. Η Ελλάδα, έχοντας ήδη δρομολογήσει την ένταξη των F-35 στο οπλοστάσιό της, διαθέτει ένα χρονικό πλεονέκτημα, το οποίο όμως θα μπορούσε να εξανεμιστεί αν η Άγκυρα επανέλθει στο πρόγραμμα με ταχείς ρυθμούς.
Η Γεωπολιτική Σκακιέρα: Ρωσία, ΝΑΤΟ και Ουκρανία
Η στάση του Τραμπ δεν διαμορφώνεται σε κενό αέρος. Η συνεχιζόμενη αστάθεια στην Ουκρανία και η ανάγκη για ένα αρραγές μέτωπο στο ΝΑΤΟ ωθούν την Ουάσιγκτον να «δελεάσει» την Τουρκία, ώστε να την απομακρύνει από τη σφαίρα επιρροής της Μόσχας. Ο Τούρκος Πρόεδρος έχει αποδειχθεί δεξιοτέχνης στην πολιτική των ίσων αποστάσεων, χρησιμοποιώντας τη γεωγραφική θέση της χώρας του ως μοχλό πίεσης τόσο προς τη Δύση όσο και προς την Ανατολή.
Μια πιθανή συμφωνία για τα F-35 θα σήμαινε μια στρατηγική ήττα για τον Βλαντιμίρ Πούτιν, καθώς θα ακύρωνε στην πράξη το μεγαλύτερο επίτευγμα της ρωσικής αμυντικής διπλωματίας στην καρδιά του ΝΑΤΟ. Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ φαίνεται να πιστεύει ότι οι προσωπικές σχέσεις και τα μεγάλα «deals» μπορούν να επιλύσουν δομικά προβλήματα που η παραδοσιακή διπλωματία αδυνατεί να αγγίξει. Το ρίσκο παραμένει υψηλό: μια Τουρκία εξοπλισμένη με F-35 και S-400 ταυτόχρονα θα αποτελούσε έναν απρόβλεπτο παίκτη που θα μπορούσε να εκβιάζει τη Συμμαχία εκ των έσω.
Συμπερασματικά, οι δηλώσεις Τραμπ ανοίγουν μια περίοδο έντονης διπλωματικής κινητικότητας. Η «τέχνη της συμφωνίας» (Art of the Deal) δοκιμάζεται ξανά στην πιο ευαίσθητη περιοχή του πλανήτη. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι να διασφαλίσει ότι η αμερικανική στροφή δεν θα γίνει εις βάρος των δικών της κυριαρχικών δικαιωμάτων, ενώ για την Τουρκία, η στιγμή της τελικής επιλογής μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας φαίνεται να πλησιάζει απειλητικά.