Η πλήρης εγκατάλειψη του μπολίβαρ υπέρ του αμερικανικού δολαρίου θα μπορούσε να αποτελέσει τη σημαντικότερη νομισματική μετάβαση στον κόσμο από την εποχή της καθιέρωσης του ευρώ, σύμφωνα με τον Steve Hanke. Ο καθηγητής εφαρμοσμένης οικονομικής στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins, γνωστός ως «Γιατρός του Χρήματος», ανέλαβε πρόσφατα ρόλο ειδικού συμβούλου στην Εθνοσυνέλευση της Βενεζουέλας.

Η συνταγή κατά του πληθωρισμού

Με τον πληθωρισμό στη χώρα να καλπάζει στο 400%, ο Hanke υποστηρίζει ότι η μόνη λύση είναι η πλήρης δολαριοποίηση. Αυτό προϋποθέτει την κατάργηση της κεντρικής τράπεζας, ώστε να αφαιρεθεί η δυνατότητα της κυβέρνησης να τυπώνει χρήμα για την κάλυψη των δαπανών της, μια πρακτική που τροφοδοτεί την άνοδο των τιμών.

«Η τιθάσευση του πληθωρισμού είναι το κλειδί για την αποκατάσταση της σταθερότητας στη Βενεζουέλα, και κάθε άλλη πρόοδος απορρέει από αυτό», εξήγησε ο Hanke. «Η σταθερότητα δεν είναι το παν, αλλά χωρίς σταθερές τιμές, δεν έχεις τίποτα».

Ο Hanke έχει στο ενεργητικό του παρόμοιες μεταβάσεις στο Μαυροβούνιο, τον Ισημερινό και τη Ζιμπάμπουε. Σήμερα, εκτιμά ότι οι πιθανότητες έγκρισης της δολαριοποίησης στη Βενεζουέλα κυμαίνονται μεταξύ 50% και 80%.

Η πραγματικότητα της αγοράς

Στην πράξη, η οικονομία της Βενεζουέλας είναι ήδη εν μέρει δολαριοποιημένη. Καθώς το μπολίβαρ έχασε το 78% της αξίας του έναντι του δολαρίου τον τελευταίο χρόνο, οι περισσότεροι καταναλωτές —εκτός από τους δημόσιους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους— χρησιμοποιούν ήδη το αμερικανικό νόμισμα για τις συναλλαγές τους. Αυτή η «αυθόρμητη δολαριοποίηση» ενισχύει τα επιχειρήματα του Hanke.

Ωστόσο, το εγχείρημα αντιμετωπίζει εμπόδια. Η απώλεια της κεντρικής τράπεζας ως δανειστή έσχατης ανάγκης και η εκχώρηση της νομισματικής πολιτικής στην Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) προκαλούν ανησυχία. Ακόμη και στην Αργεντινή, ο πρόεδρος Javier Milei υπαναχώρησε από παρόμοιες υποσχέσεις μετά την ανάληψη των καθηκόντων του.

Προσδοκίες για ανάπτυξη

Παρά τις προκλήσεις, ο Hanke προβλέπει ότι η κίνηση αυτή θα ξεκλειδώσει την οικονομία, προσελκύοντας ξένες επενδύσεις στον πετρελαϊκό τομέα. Εκτιμά επίσης ότι η αυξημένη παραγωγή θα επιτρέψει στη χώρα να εξυπηρετήσει το χρέος των 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η πτώση των επιτοκίων θα αναζωογονήσει την αγορά κατοικίας και τις εγχώριες επενδύσεις.