Σε μια περίοδο όπου η Ευρωζώνη παλεύει με τις παρενέργειες της παρατεταμένης νομισματικής σύσφιξης, η Ελλάδα αναδεικνύεται σε μια απρόσμενη περίπτωση ανθεκτικότητας. Η πρόσφατη έκθεση της Morgan Stanley δεν αποτελεί απλώς μια ακόμα θετική αξιολόγηση, αλλά μια εις βάθος ανάλυση του γιατί η χώρα μας «τρέχει» με διαφορετικούς ρυθμούς από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ενώ η Γερμανία και οι βόρειες οικονομίες αισθάνονται το βάρος του ακριβού χρήματος στις επενδύσεις και την κατανάλωση, η Ελλάδα φαίνεται να διαθέτει μια ιδιότυπη «ανοσία» που πηγάζει από τη δομή του χρέους της και τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης.
Οι Έξι Πυλώνες της Ελληνικής Ανθεκτικότητας
Σύμφωνα με τους αναλυτές του αμερικανικού επενδυτικού κολοσσού, η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε έξι συγκεκριμένους πυλώνες που της επιτρέπουν να απορροφά τους κραδασμούς από τις αυξήσεις των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Ο πρώτος και σημαντικότερος είναι η διάρκεια του δημόσιου χρέους. Με μέση διάρκεια ωρίμανσης που αγγίζει τα 17-18 έτη, η Ελλάδα έχει το πιο «μακρινό» προφίλ χρέους στην Ευρώπη. Αυτό σημαίνει ότι οι τρέχουσες υψηλές αποδόσεις των ομολόγων επηρεάζουν μόνο ένα πολύ μικρό κλάσμα των αναγκών αναχρηματοδότησης κάθε έτος.
Ο δεύτερος πυλώνας αφορά το σταθερό επιτόκιο. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους είναι κλειδωμένο σε χαμηλά, σταθερά επιτόκια λόγω των δανείων του επίσημου τομέα (GLF, EFSF, ESM). Έτσι, η άνοδος των επιτοκίων στην αγορά δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αύξηση των δαπανών για τόκους στον προϋπολογισμό, σε αντίθεση με χώρες όπως η Ιταλία, όπου η εξάρτηση από την αγορά είναι πολύ πιο άμεση.
Ο τρίτος πυλώνας είναι το ταμειακό απόθεμα (cash buffer). Η Ελλάδα διατηρεί ένα από τα μεγαλύτερα «μαξιλάρια» ρευστότητας στην Ευρώπη, το οποίο υπερβαίνει τα 35 δισ. ευρώ. Αυτό παρέχει στην κυβέρνηση την πολυτέλεια να απέχει από τις αγορές αν οι συνθήκες είναι δυσμενείς, μειώνοντας το άγχος της αναχρηματοδότησης. Ο τέταρτος πυλώνας είναι το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). Τα δισεκατομμύρια ευρώ που εισρέουν στην ελληνική οικονομία λειτουργούν ως αντισταθμιστικός παράγοντας στη μείωση της ιδιωτικής πίστωσης λόγω των υψηλών επιτοκίων. Οι επενδύσεις που χρηματοδοτούνται από το RRF έχουν πολύ χαμηλότερο κόστος δανεισμού, διατηρώντας την επενδυτική δραστηριότητα ζωντανή.
Δημοσιονομική Πειθαρχία και Τραπεζική Εξυγίανση
Οι τελευταίοι δύο πυλώνες αφορούν την εσωτερική δομή της οικονομίας. Η Morgan Stanley υπογραμμίζει την επιστροφή στα πρωτογενή πλεονάσματα ως τον πέμπτο πυλώνα. Η δέσμευση της Αθήνας για δημοσιονομική υπευθυνότητα καθησυχάζει τους οίκους αξιολόγησης και τους επενδυτές, διατηρώντας τα spreads σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα σε σύγκριση με το παρελθόν. Τέλος, ο έκτος πυλώνας είναι η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος. Η δραστική μείωση των κόκκινων δανείων (NPEs) επιτρέπει στις τράπεζες να επιστρέψουν στον βασικό τους ρόλο: τη χρηματοδότηση της οικονομίας, έστω και σε ένα περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων.
«Η Ελλάδα δεν είναι πλέον το πρόβλημα της Ευρώπης, αλλά ένα παράδειγμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποδίδει καρπούς σε δύσκολους καιρούς», σημειώνει η έκθεση.
Ωστόσο, η ανάλυση δεν παραβλέπει τους κινδύνους. Ο πληθωρισμός, αν και επιβραδύνεται, παραμένει μια πρόκληση για το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Επιπλέον, η εξάρτηση από τον τουρισμό και τις εξαγωγές υπηρεσιών καθιστά την Ελλάδα ευάλωτη σε μια πιθανή ευρύτερη ευρωπαϊκή ύφεση. Παρά ταύτα, η Morgan Stanley παραμένει «overweight» στα ελληνικά ομόλογα, θεωρώντας ότι η χώρα διαθέτει τα απαραίτητα αμυντικά χαρακτηριστικά για να πλοηγηθεί με ασφάλεια στην εποχή του ακριβού χρήματος.
Η Σημασία της Επενδυτικής Βαθμίδας
Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας λειτούργησε ως καταλύτης. Πλέον, η Ελλάδα δεν θεωρείται «εξωτική» αγορά αλλά ένας κανονικός παίκτης στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων. Αυτό διεύρυνε τη βάση των επενδυτών, προσελκύοντας θεσμικά κεφάλαια με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι όσο η Ελλάδα διατηρεί αυτό το μομέντουμ μεταρρυθμίσεων, η απόκλιση (divergence) από την υπόλοιπη Ευρώπη θα συνεχιστεί θετικά. Ενώ η Ευρωζώνη αναμένεται να αναπτυχθεί με ρυθμούς κοντά στο 0,8%-1%, η Ελλάδα προβλέπεται να κινηθεί πάνω από το 2%, υποστηριζόμενη από την εγχώρια ζήτηση και τις κεφαλαιουχικές επενδύσεις.
- Η μακρά διάρκεια του χρέους προστατεύει τον προϋπολογισμό από τις αυξήσεις της ΕΚΤ.
- Το RRF παρέχει φθηνή χρηματοδότηση που υποκαθιστά τον ακριβό τραπεζικό δανεισμό.
- Η πολιτική σταθερότητα ενισχύει την εμπιστοσύνη των ξένων άμεσων επενδύσεων.
Συμπερασματικά, η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε μια «χρυσή τομή» όπου τα λάθη του παρελθόντος (η ανάγκη για μακροχρόνια δάνεια διάσωσης) έχουν μετατραπεί σε πλεονεκτήματα στο παρόν περιβάλλον υψηλών επιτοκίων. Η πρόκληση πλέον είναι η μετατροπή αυτής της μακροοικονομικής ανθεκτικότητας σε βιώσιμη ανάπτυξη που θα αγγίζει το σύνολο της κοινωνίας.