Η Κούβα, το «νησί της επανάστασης» που για δεκαετίες αποτέλεσε το σύμβολο της αντίστασης στον παγκόσμιο καπιταλισμό, βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με την πιο σοβαρή υπαρξιακή της κρίση από την εποχή της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης. Η οικονομία της χώρας πνέει τα λοίσθια, με τον πληθωρισμό να καλπάζει, τις ελλείψεις σε βασικά αγαθά να είναι καθημερινό φαινόμενο και τις ενεργειακές υποδομές να καταρρέουν, προκαλώντας συνεχή μπλακάουτ. Μέσα σε αυτό το ζοφερό σκηνικό, η Αβάνα επιχειρεί μια δική της εκδοχή «περεστρόικα», ένα άνοιγμα προς την ιδιωτική πρωτοβουλία που όμως φέρει μαζί του τον εφιάλτη του «καπιταλισμού των ημετέρων» (crony capitalism).
Ο όρος, που επινοήθηκε από τον George M. Taber του περιοδικού Time τη δεκαετία του 1980, περιγράφει ένα σύστημα όπου η οικονομική επιτυχία εξαρτάται από τις στενές σχέσεις μεταξύ επιχειρηματιών και κυβερνητικών αξιωματούχων. Στην περίπτωση της Κούβας, ο φόβος είναι ότι η μετάβαση από τον κρατικό κεντρικό σχεδιασμό δεν θα οδηγήσει σε μια ελεύθερη και δίκαιη αγορά, αλλά σε μια ελεγχόμενη οικονομία όπου η νέα ελίτ θα αποτελείται από τα ίδια πρόσωπα που σήμερα κατέχουν τα ηνία του Κομμουνιστικού Κόμματος και του στρατού.
Η Άνοδος των MIPYMES και η Σκιά του Στρατού
Το 2021, η κουβανική κυβέρνηση νομιμοποίησε τις μικρές και μεσαίες ιδιωτικές επιχειρήσεις, γνωστές ως MIPYMES. Ενώ αρχικά αυτό θεωρήθηκε ως μια ηλιαχτίδα ελπίδας για την αναζωογόνηση της παραγωγής, σύντομα άρχισαν να εγείρονται ερωτήματα για το ποιος πραγματικά ωφελείται. Στην κορυφή της οικονομικής πυραμίδας της Κούβας βρίσκεται η GAESA, ένας τεράστιος επιχειρηματικός όμιλος που ελέγχεται από τις Ένοπλες Δυνάμεις (FAR). Η GAESA διαχειρίζεται τα πάντα, από τον τουρισμό και τα ξενοδοχεία μέχρι τις μεταφορές και το λιανικό εμπόριο σε σκληρό νόμισμα.
Η ανησυχία των αναλυτών είναι ότι οι νέες ιδιωτικές άδειες δίνονται επιλεκτικά σε συγγενείς αξιωματούχων ή σε «δοκιμασμένους» υποστηρικτές του καθεστώτος. Έτσι, δημιουργείται μια νέα τάξη «σοσιαλιστών επιχειρηματιών» που πλουτίζουν μέσω προνομιακών προσβάσεων σε εισαγωγές και συνάλλαγμα, ενώ ο μέσος Κουβανός παλεύει να επιβιώσει με μισθούς που έχουν εκμηδενιστεί από την υποτίμηση του πέσο.
«Δεν βλέπουμε την απελευθέρωση της οικονομίας, αλλά τη μετεξέλιξη της νομενκλατούρας σε ολιγαρχία», σημειώνουν επικριτές του συστήματος.
Η Αποτυχία της Νομισματικής Μεταρρύθμισης
Ένα από τα μεγαλύτερα πλήγματα στην οικονομική σταθερότητα ήταν η περιβόητη «Tarea Ordenamiento» (Εργασία Διευθέτησης) το 2021, η οποία είχε στόχο την ενοποίηση των δύο νομισμάτων που κυκλοφορούσαν στο νησί. Αντί όμως να φέρει τάξη, πυροδότησε έναν πληθωρισμό που ξεπέρασε κάθε προσδοκία, καθιστώντας το εθνικό νόμισμα σχεδόν άχρηστο για την αγορά εισαγόμενων προϊόντων. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να επιτρέψει τη χρήση δολαρίων σε ειδικά καταστήματα (MLC), εντείνοντας την κοινωνική ανισότητα μεταξύ εκείνων που έχουν πρόσβαση σε εμβάσματα από το εξωτερικό και εκείνων που δεν έχουν.
Η έλλειψη ξένου συναλλάγματος έχει οδηγήσει σε δραματική μείωση των εισαγωγών τροφίμων και καυσίμων. Η γεωργική παραγωγή έχει επίσης καταρρεύσει λόγω έλλειψης λιπασμάτων και εξοπλισμού, αναγκάζοντας μια χώρα με εύφορο έδαφος να εισάγει το 80% των αναγκών της. Η απελπισία έχει οδηγήσει σε ένα μαζικό κύμα μετανάστευσης, με εκατοντάδες χιλιάδες Κουβανούς —κυρίως νέους και μορφωμένους— να εγκαταλείπουν το νησί, προκαλώντας μια δημογραφική αιμορραγία που υπονομεύει κάθε μελλοντική προσπάθεια ανάκαμψης.
Το Διεθνές Πλαίσιο και οι «Σύμμαχοι»
Η Αβάνα εναποθέτει τις ελπίδες της σε παραδοσιακούς συμμάχους όπως η Ρωσία και η Κίνα, αλλά και σε νέες συνεργασίες με χώρες όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η Μόσχα, ειδικότερα, φαίνεται να προσφέρει τεχνογνωσία για τη μετατροπή της κουβανικής οικονομίας σε ένα μοντέλο που θυμίζει τη ρωσική μετάβαση της δεκαετίας του '90. Αυτό περιλαμβάνει την παραχώρηση γης σε μακροχρόνιες μισθώσεις και τη δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών με φορολογικά προνόμια για Ρώσους επενδυτές.
Ωστόσο, το αμερικανικό εμπάργκο παραμένει ένας ισχυρός ανασταλτικός παράγοντας. Παρά τις κάποιες χαλαρώσεις από την κυβέρνηση Μπάιντεν για την υποστήριξη του ιδιωτικού τομέα, η συμπερίληψη της Κούβας στη λίστα των κρατών που υποστηρίζουν την τρομοκρατία εμποδίζει τη διεθνή τραπεζική δραστηριότητα και τις ξένες επενδύσεις. Η Κούβα βρίσκεται παγιδευμένη: χρειάζεται τις ΗΠΑ για να επιβιώσει οικονομικά, αλλά φοβάται ότι το πολιτικό άνοιγμα που θα απαιτούσε η Ουάσιγκτον θα σήμαινε το τέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος.
Συμπέρασμα: Επιβίωση ή Μετασχηματισμός;
Το ερώτημα «μπορεί να σωθεί η Κούβα;» δεν έχει εύκολη απάντηση. Αν η «σωτηρία» σημαίνει τη διατήρηση του σημερινού πολιτικού συστήματος μέσω οικονομικών τεχνασμάτων, τότε ο δρόμος προς τον καπιταλισμό των ημετέρων φαίνεται προδιαγεγραμμένος. Αν όμως σημαίνει την ευημερία του λαού της, τότε απαιτούνται βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές που θα περιλαμβάνουν το κράτος δικαίου, τη διαφάνεια και τον περιορισμό της παντοδυναμίας του στρατού στην οικονομία. Χωρίς αυτά, η Κούβα κινδυνεύει να μετατραπεί από ένα ιδεολογικό οχυρό σε μια ακόμη φτωχή, ολιγαρχική γωνιά της Καραϊβικής, όπου η επανάσταση θα είναι μόνο μια μακρινή ανάμνηση σε τουριστικές αφίσες.