Η είδηση του θανάτου του Άλαν Γκρίνσπαν σε ηλικία 100 ετών σηματοδοτεί το οριστικό τέλος μιας ολόκληρης εποχής για τον παγκόσμιο καπιταλισμό. Ο άνθρωπος που αποκλήθηκε «Μαέστρος» από τους θαυμαστές του και «αρχιτέκτονας της καταστροφής» από τους επικριτές του, υπήρξε ο μακροβιότερος πρόεδρος της Federal Reserve, κατέχοντας το τιμόνι της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ από το 1987 έως το 2006. Η ζωή του δεν ήταν μόνο αριθμοί και επιτόκια· ήταν μια διαδρομή που ξεκίνησε από τα τζαζ κλαμπ της Νέας Υόρκης και κατέληξε στα πιο σκοτεινά και ισχυρά δωμάτια λήψης αποφάσεων της Ουάσιγκτον.

Από το σαξόφωνο στη φιλοσοφία της αγοράς

Γεννημένος το 1926 στο Μανχάταν, ο Γκρίνσπαν δεν προοριζόταν αρχικά για οικονομολόγος. Στα νιάτα του ήταν ένας ταλαντούχος σαξοφωνίστας που περιόδευε με ορχήστρες τζαζ, μια εμπειρία που, όπως έλεγε αργότερα, τον δίδαξε την αξία του αυτοσχεδιασμού και του ρυθμού – στοιχεία που μετέφερε στη νομισματική πολιτική. Ωστόσο, η συνάντησή του με τη φιλόσοφο Άιν Ραντ ήταν αυτή που άλλαξε τη ζωή του. Επηρεασμένος από τον «Αντικειμενισμό» της Ραντ, ο Γκρίνσπαν υιοθέτησε μια ακλόνητη πίστη στις ελεύθερες αγορές και στον ελάχιστο κρατικό παρεμβατισμό, μια ιδεολογία που θα καθόριζε τις αποφάσεις του για τις επόμενες δεκαετίες.

Όταν ο Ρόναλντ Ρίγκαν τον διόρισε στην ηγεσία της Fed το 1987, ο Γκρίνσπαν βρέθηκε αμέσως αντιμέτωπος με τη «Μαύρη Δευτέρα», τη μεγαλύτερη μονοήμερη πτώση του χρηματιστηρίου στην ιστορία. Η ψύχραιμη αντίδρασή του, παρέχοντας άφθονη ρευστότητα στο σύστημα, του χάρισε την πρώτη του μεγάλη νίκη και εδραίωσε τη φήμη του ως ο «σωτήρας» των αγορών. Ήταν η γέννηση του λεγόμενου «Greenspan Put», της πεποίθησης των επενδυτών ότι η Fed θα παρενέβαινε πάντα για να σταματήσει την πτώση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων.

Η «Παράλογη Ευφορία» και η κριτική

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ο Γκρίνσπαν είδε την αμερικανική οικονομία να απολαμβάνει μια από τις μεγαλύτερες περιόδους ανάπτυξης στην ιστορία της. Το 1996, σε μια ομιλία που έμεινε στην ιστορία, αναρωτήθηκε αν οι αγορές βρίσκονταν σε κατάσταση «παράλογης ευφορίας» (irrational exuberance). Παρά την προειδοποίηση αυτή, συνέχισε να διατηρεί τα επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα, επιτρέποντας στη «φούσκα» των εταιρειών τεχνολογίας (dot-com) να διογκωθεί μέχρι την τελική της έκρηξη το 2000.

Η μεγαλύτερη κριτική που δέχθηκε, ωστόσο, αφορούσε την περίοδο μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001. Στην προσπάθειά του να τονώσει την οικονομία, μείωσε τα επιτόκια στο ιστορικό χαμηλό του 1%, μια κίνηση που πολλοί θεωρούν ότι πυροδότησε τη φούσκα των ακινήτων. Η πίστη του στην αυτορρύθμιση των τραπεζών τον οδήγησε στο να αγνοήσει τις προειδοποιήσεις για τα επικίνδυνα στεγαστικά δάνεια (subprime mortgages). Όταν το σύστημα κατέρρευσε το 2008, δύο χρόνια μετά την αποχώρησή του, ο Γκρίνσπαν παραδέχθηκε ενώπιον του Κογκρέσου ότι υπήρχε ένα «ελάττωμα» στο ιδεολογικό του μοντέλο για τον κόσμο.

Μια προσωπικότητα πέρα από την οικονομία

Ο Γκρίνσπαν δεν ήταν ένας τυπικός γραφειοκράτης. Ο γάμος του με τη διάσημη δημοσιογράφο του NBC, Άντρεα Μίτσελ, τον μετέτρεψε σε μια διασημότητα της Ουάσιγκτον. Οι εμφανίσεις του ήταν πάντα μελετημένες, και οι δηλώσεις του τόσο αινιγματικές που επινοήθηκε ο όρος «Greenspeak» για να περιγράψει την ικανότητά του να μιλάει επί ώρες χωρίς να αποκαλύπτει τις προθέσεις του. «Αν με καταλάβατε ξεκάθαρα, τότε μάλλον έκανα κάποιο λάθος», είχε πει κάποτε χαριτολογώντας.

Στα 100 του χρόνια, ο Γκρίνσπαν παρέμενε ένας ενεργός παρατηρητής των εξελίξεων. Η κληρονομιά του παραμένει αντικείμενο έντονης συζήτησης: ήταν ο σοφός ηγέτης που οδήγησε τον κόσμο σε μια χρυσή εποχή ανάπτυξης ή ο δογματικός φιλελεύθερος που έσπειρε τους σπόρους της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης του αιώνα; Η αλήθεια πιθανότατα βρίσκεται κάπου στη μέση, στις σκιές των διαγραμμάτων και των επιτοκίων που ο ίδιος χειρίστηκε με τόση δεξιοτεχνία.

Συμπέρασμα

Ο θάνατος του Άλαν Γκρίνσπαν κλείνει το κεφάλαιο μιας Αμερικής που πίστευε ακράδαντα στο «αόρατο χέρι» της αγοράς. Καθώς η παγκόσμια οικονομία κινείται πλέον σε αχαρτογράφητα νερά με την άνοδο της τεχνητής νοημοσύνης και των γεωπολιτικών αναταράξεων, η μορφή του «Μαέστρου» θα παραμείνει ένα σημείο αναφοράς – είτε ως παράδειγμα προς μίμηση είτε ως προειδοποίηση για τους κινδύνους της υπερβολικής εμπιστοσύνης στην αυτορρύθμιση των αγορών.