Στις 20 Σεπτεμβρίου 1952, μια δημοσίευση άλλαξε την πορεία της επιστήμης. Χρησιμοποιώντας ραδιενεργούς ιούς, βακτήρια και ένα κοινό μπλέντερ κουζίνας, ο Άλφρεντ Χέρσι και η 24χρονη βοηθός του, Μάρθα Τσέις, έδωσαν την οριστική απάντηση στο ερώτημα της κληρονομικότητας.

Η μάχη μεταξύ Πρωτεΐνης και DNA

Στα μέσα του 20ού αιώνα, η επιστημονική κοινότητα ήταν διχασμένη. Πολλοί πίστευαν ότι οι πρωτεΐνες, λόγω της πολυπλοκότητάς τους με 20 αμινοξέα, ήταν οι φορείς των γενετικών οδηγιών. Το DNA θεωρούνταν υπερβολικά απλό, αποτελούμενο από μόλις τέσσερις χημικές βάσεις. Παρά τα στοιχεία που είχαν παρουσιαστεί από το 1944, η αμφιβολία παρέμενε.

Το «Πείραμα του Μπλέντερ»

Ο Χέρσι και η Τσέις χρησιμοποίησαν βακτηριοφάγους — ιούς που αποτελούνται από DNA κλεισμένο σε πρωτεϊνικό περίβλημα. Για να τους ξεχωρίσουν, χρησιμοποίησαν δύο ραδιενεργούς ιχνηθέτες:

  • Φώσφορο-32: Για να «χρωματίσουν» το DNA.
  • Θείο-35: Για να «χρωματίσουν» την πρωτεΐνη.

Μετά τη μόλυνση των βακτηρίων, χρησιμοποίησαν ένα μπλέντερ για να αποκολλήσουν τα εξωτερικά περιβλήματα των ιών. Η φυγοκέντρηση αποκάλυψε την αλήθεια: το ραδιενεργό θείο (πρωτεΐνη) έμεινε έξω από τα κύτταρα, ενώ ο ραδιενεργός φώσφορος (DNA) είχε περάσει στο εσωτερικό τους, καθοδηγώντας την αναπαραγωγή νέων ιών.

Η κληρονομιά και η σκιά του Νόμπελ

Το πείραμα Χέρσι-Τσέις μετέτρεψε μια υπόθεση σε επιστημονική βεβαιότητα, ανοίγοντας τον δρόμο για το μοντέλο της διπλής έλικας των Γουότσον και Κρικ επτά μήνες αργότερα. Το 1969, ο Χέρσι τιμήθηκε με το Νόμπελ Ιατρικής. Ωστόσο, η Μάρθα Τσέις, παρά τη συνυπογραφή της στην ιστορική μελέτη, δεν συμπεριλήφθηκε στη βράβευση και η συνεισφορά της παρέμεινε για χρόνια στη σκιά του διάσημου συνεργάτη της.