Η ιστορία του Ευρωπαϊκού Συστήματος Πληροφοριών και Αδειοδότησης Ταξιδιού (ETIAS) αρχίζει να θυμίζει το γεφύρι της Άρτας. Ενώ σχεδιάστηκε για να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος στην ψηφιακή θωράκιση της Ζώνης Σένγκεν, η εφαρμογή του προσκρούει για πολλοστή φορά σε τοίχο. Σύμφωνα με πρόσφατες αναφορές και πληροφορίες που διαρρέουν από τις Βρυξέλλες, η πλήρης λειτουργία του συστήματος μετατίθεται πλέον για το 2027, αφήνοντας εκτεθειμένο το όραμα μιας «Ευρώπης-Φρούριο» που θα λειτουργεί με την ακρίβεια αλγορίθμου.

Το φαινόμενο του ντόμινο: Από το EES στο ETIAS

Η βασική αιτία της νέας καθυστέρησης δεν εντοπίζεται στο ίδιο το ETIAS, αλλά στον προκάτοχό του, το Σύστημα Εισόδου/Εξόδου (Entry/Exit System - EES). Το EES είναι η απαραίτητη υποδομή που θα καταργήσει τη χειροκίνητη σφράγιση των διαβατηρίων, αντικαθιστώντας την με μια κεντρική βάση δεδομένων που θα καταγράφει βιομετρικά στοιχεία (δακτυλικά αποτυπώματα και φωτογραφίες προσώπου) όλων των υπηκόων τρίτων χωρών. Χωρίς την πλήρη και απρόσκοπτη λειτουργία του EES σε όλα τα συνοριακά σημεία της ΕΕ —από τα αεροδρόμια της Φρανκφούρτης μέχρι τα χερσαία σύνορα στον Έβρο— η ενεργοποίηση του ETIAS είναι τεχνικά αδύνατη.

Τα προβλήματα είναι πολυεπίπεδα. Πρώτον, η κεντρική βάση δεδομένων που διαχειρίζεται ο οργανισμός eu-LISA αντιμετωπίζει ζητήματα σταθερότητας και συγχρονισμού. Δεύτερον, πολλά κράτη-μέλη δεν έχουν προλάβει να εξοπλίσουν τα σημεία ελέγχου με τους απαραίτητους βιομετρικούς σαρωτές, ενώ εκφράζονται έντονοι φόβοι για «έμφραγμα» και τεράστιες ουρές στα σύνορα κατά την πρώτη περίοδο εφαρμογής. Η Γαλλία, για παράδειγμα, είχε ζητήσει αναβολή προκειμένου να μην συμπέσει η έναρξη του συστήματος με μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις, φοβούμενη το χάος στις μετακινήσεις.

Ασφάλεια, Γραφειοκρατία και το Κόστος της Ελευθερίας

Το ETIAS δεν είναι βίζα, αλλά μια ηλεκτρονική προέγκριση, παρόμοια με το ESTA των Ηνωμένων Πολιτειών. Θα αφορά πολίτες από περισσότερες από 60 χώρες που σήμερα ταξιδεύουν στην ΕΕ χωρίς βίζα, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, του Ηνωμένου Βασιλείου και του Καναδά. Με κόστος 7 ευρώ και διάρκεια τριών ετών, το σύστημα αποσκοπεί στον εντοπισμό ατόμων που αποτελούν κίνδυνο για την ασφάλεια ή τη δημόσια υγεία πριν καν επιβιβαστούν στο αεροπλάνο.

«Η ψηφιακή κυριαρχία της Ευρώπης δοκιμάζεται στην πράξη. Δεν αρκεί να ψηφίζουμε κανονισμούς· πρέπει να μπορούμε να τους υλοποιήσουμε τεχνικά χωρίς να παραλύουμε την οικονομία μας», αναφέρει ανώτατος αξιωματούχος της Κομισιόν υπό καθεστώς ανωνυμίας.

Η καθυστέρηση αυτή, ωστόσο, έχει και πολιτικό κόστος. Σε μια περίοδο που η μεταναστευτική πολιτική βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ευρώπη, η αδυναμία της ΕΕ να θέσει σε λειτουργία ένα σύστημα ελέγχου που έχει αναγγελθεί από το 2016, δίνει επιχειρήματα στους ευρωσκεπτικιστές. Η εικόνα μιας Ένωσης που «πνίγεται» στις δικές της τεχνικές προδιαγραφές υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ικανότητά της να διαχειρίζεται τα εξωτερικά της σύνορα.

Οι επιπτώσεις στον Τουρισμό και τις Μεταφορές

Ο τουριστικός κλάδος παρακολουθεί τις εξελίξεις με ανάμικτα συναισθήματα. Από τη μία πλευρά, οι αεροπορικές εταιρείες και οι ξενοδόχοι ανακουφίζονται που δεν θα χρειαστεί να διαχειριστούν τη σύγχυση των ταξιδιωτών μέσα στην τρέχουσα σεζόν. Από την άλλη, η αβεβαιότητα δυσκολεύει τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό. Το ETIAS θα απαιτεί από τις αεροπορικές εταιρείες να ελέγχουν την εγκυρότητα της άδειας πριν από την επιβίβαση, μια διαδικασία που απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε λογισμικό και εκπαίδευση προσωπικού.

  • Περισσότεροι από 1,4 δισεκατομμύρια άνθρωποι από 60+ χώρες θα επηρεαστούν από το νέο σύστημα.
  • Το κόστος των 7 ευρώ θεωρείται χαμηλό, αλλά η ψυχολογική πίεση της «προέγκρισης» μπορεί να επηρεάσει τις αυθόρμητες κρατήσεις.
  • Η τεχνική υποδομή πρέπει να διαχειρίζεται εκατομμύρια αιτήσεις σε πραγματικό χρόνο, με το 95% αυτών να εγκρίνονται αυτόματα μέσα σε λίγα λεπτά.

Συμπερασματικά, η νέα αναβολή του ETIAS αναδεικνύει το χάσμα μεταξύ της πολιτικής βούλησης και της τεχνικής πραγματικότητας. Η Ευρώπη επιθυμεί ένα σύγχρονο, ψηφιακό σύστημα προστασίας, αλλά φαίνεται πως οι εθνικές ιδιαιτερότητες και η πολυπλοκότητα των διασυνδεδεμένων συστημάτων αποτελούν ένα εμπόδιο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με νομοθετήματα. Το 2027 φαντάζει πλέον ως το τελευταίο ορόσημο· μια νέα αποτυχία θα σήμαινε κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή τεχνική καθυστέρηση: θα ήταν η ομολογία μιας ψηφιακής αδυναμίας.