Μετά την απόφαση να αποφύγει την κλιμάκωση ενός ολοκληρωτικού πολέμου, ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σηματοδοτεί μια στροφή προς την οικονομική πίεση ως το κύριο εργαλείο άσκησης πολιτικής έναντι του Ιράν. Σε πρόσφατη συνέντευξή του, περιέγραψε τη στρατηγική των ΗΠΑ ως «χαμηλών τόνων», επιδιώκοντας να εκμεταλλευτεί την καταρρέουσα οικονομία της Τεχεράνης ως μοχλό πίεσης.
Οικονομική ασφυξία και εσωτερικές τριβές
«Απλώς παρακολουθούμε το Ιράν με τον τεράστιο πληθωρισμό του και το γεγονός ότι δεν έχουν χρήματα», δήλωσε ο Τραμπ, υποστηρίζοντας ότι το καθεστώς αδυνατεί πλέον να πληρώσει ακόμη και τα στρατεύματά του. Ο ναυτικός αποκλεισμός έχει επιδεινώσει την κρίση, η οποία είχε ήδη πυροδοτήσει εσωτερικές διαμαρτυρίες στις αρχές του έτους.
Η κατάσταση αυτή έχει προκαλέσει ρήγμα στην ιρανική ηγεσία. Από τη μία πλευρά, πραγματιστές όπως ο Πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν ανησυχούν για την οικονομική κατάρρευση και αναζητούν μια συμφωνία με τις ΗΠΑ. Από την άλλη, οι σκληροπυρηνικοί των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) απορρίπτουν κάθε διάλογο, παρά τις παραδοχές κορυφαίων διπλωματών ότι η οικονομία χρειάζεται επειγόντως άρση των κυρώσεων.
Το παράδοξο του πετρελαίου και οι στρατιωτικοί περιορισμοί
Παρά τον αποκλεισμό, περίπου 8 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου εξέρχονται κρυφά από τον Περσικό Κόλπο κάθε νύχτα μέσω μιας νότιας λωρίδας στα Στενά του Ορμούζ, με τη διακριτική βοήθεια του αμερικανικού στρατού για τη διατήρηση της σταθερότητας στις παγκόσμιες αγορές. Αυτή η τακτική επιτρέπει στον Τραμπ να διατηρεί χαμηλά τις τιμές της ενέργειας στο εσωτερικό των ΗΠΑ.
Η στροφή στη διπλωματία και την οικονομική πίεση έρχεται σε μια στιγμή που οι στρατιωτικές επιλογές φαίνονται περιορισμένες. Μετά από εβδομάδες βομβαρδισμών, οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να ανοίξουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι αναφορές δείχνουν ότι τα αποθέματα πυρομαχικών των ΗΠΑ εξαντλούνται, αναγκάζοντας το Πεντάγωνο να αναζητήσει διέξοδο από την ένοπλη σύγκρουση.