Στο εγχώριο εταιρικό οικοσύστημα, η ρητορική περί τεχνολογικής καινοτομίας χρησιμοποιείται συχνά ως προπέτασμα καπνού για τη θεσμική απορρύθμιση. Ενώ η επίσημη επικοινωνία των μεγάλων ομίλων παρουσιάζει την Τεχνητή Νοημοσύνη (Τ.Ν.) ως εργαλείο παραγωγικότητας και αναβάθμισης δεξιοτήτων, η πραγματικότητα στο πεδίο εργασίας αποκαλύπτει μια διαφορετική εικόνα.

Από την Υποστήριξη στην Αλγοριθμική Επιβολή

Σύμφωνα με την ανάλυση του Κ. Φράγκου, η Τ.Ν. δεν ενσωματώνεται ως σύστημα υποστήριξης αποφάσεων, αλλά επιβάλλεται ως μηχανισμός αλγοριθμικής διαχείρισης (Algorithmic Management). Η πρακτική αυτή παρακάμπτει το ευρωπαϊκό και εθνικό εργατικό δίκαιο, καθώς και το Προεδρικό Διάταγμα 240/2006, το οποίο επιβάλλει διαβούλευση με τους εργαζόμενους για κάθε δομική μεταβολή στην οργάνωση της εργασίας.

Η Μεθόδευση του «Χαμηλού Ρίσκου»

Οι διοικήσεις των επιχειρήσεων εκμεταλλεύονται την ασυμμετρία πληροφόρησης για να εισάγουν πολύπλοκα συστήματα, όπως ψηφιακούς ιχνηλάτες KPI και Document AI, παρουσιάζοντάς τα ως απλές αναβαθμίσεις υποδομών πληροφορικής. Κατατάσσοντας αυθαίρετα αυτά τα συστήματα στην κατηγορία «χαμηλού ρίσκου», αποφεύγουν τις αυστηρές Εκτιμήσεις Αντικτύπου (DPIA) και την ανθρώπινη εποπτεία που απαιτεί ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (AI Act).

Ψηφιακός Τεϊλορισμός και Συνδικαλιστικό Κενό

Αυτή η τάση περιγράφεται ως ένας σύγχρονος «ψηφιακός τεϊλορισμός» με στόχο τη βίαιη συμπίεση του κόστους εργασίας. Το λογισμικό λειτουργεί ως «μαύρο κουτί», μετατρέποντας τον εργαζόμενο σε απλό εκτελεστή αυτοματοποιημένων αποφάσεων. Την ίδια στιγμή, το συνδικαλιστικό κίνημα εμφανίζεται αδύναμο να αντιδράσει, καθώς παραμένει εγκλωβισμένο σε παραδοσιακές μορφές πάλης, αδυνατώντας να αποκωδικοποιήσει και να διαπραγματευτεί τις τεχνικές παραμέτρους των αλγορίθμων.