Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αποτελέσει το ισχυρότερο εργαλείο για την αντιμετώπιση του διογκούμενου δημόσιου χρέους των ΗΠΑ, το οποίο έχει πλέον ξεπεράσει το ορόσημο των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Αυτή την εκτίμηση εξέφρασε ο Έρικ Κάτσερ, ανώτερος εταίρος και πρόεδρος της McKinsey στη Βόρεια Αμερική, χαρακτηρίζοντας την τεχνολογία ως μια «μαγική λύση» που θα μπορούσε να ωθήσει τον ρυθμό ανάπτυξης του ΑΕΠ κοντά στο 4% μέσω της ενίσχυσης της παραγωγικότητας.

Το φάσμα της κρίσης χρέους

Σύμφωνα με τον Κάτσερ, το δημόσιο χρέος αποτελεί το πλέον ανησυχητικό ζήτημα για την αμερικανική οικονομία. Η έλλειψη οφελών στην παραγωγικότητα από την AI θα καθιστούσε την αντιμετώπιση αυτού του βάρους εξαιρετικά δύσκολη. Οι ανησυχίες των επενδυτών έχουν ήδη οδηγήσει σε αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων, επιβαρύνοντας το κόστος χρηματοδότησης.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Ρέι Ντάλιο προειδοποίησε για μια επικείμενη κρίση χρέους εντός των επόμενων τριών ετών, σημειώνοντας ότι ο ρυθμός αύξησης του δανεισμού φέρνει τις ΗΠΑ στα όριά τους.

Το ενεργειακό εμπόδιο

Παρά την αισιοδοξία για τις δυνατότητες της τεχνολογίας, ο Κάτσερ ανέδειξε έναν κρίσιμο περιορισμό: την ενέργεια. Οι ελλείψεις στην προσφορά ηλεκτρικής ενέργειας θα μπορούσαν να μειώσουν τη δυναμικότητα των κέντρων δεδομένων κατά 25% έως 30%. Χωρίς την απαραίτητη υποδομή, τα οφέλη της AI στην οικονομία ενδέχεται να παραμείνουν περιορισμένα.

«Δεν είναι ένα απλό πρόβλημα προς επίλυση», σημείωσε ο Κάτσερ, αναφερόμενος στην ανάγκη για ραγδαία αύξηση της ενεργειακής προσφοράς.

Ανάπτυξη και προσλήψεις

Η McKinsey φαίνεται να επενδύει στη μετασχηματιστική δυναμική της AI, την οποία ο Κάτσερ παρομοίασε με τεχνολογικές αλλαγές που συμβαίνουν μία φορά κάθε μισό αιώνα. Η εταιρεία σχεδιάζει να αυξήσει το προσωπικό της στη Βόρεια Αμερική με ρυθμό 12%, εστιάζοντας κυρίως σε νέους αποφοίτους πανεπιστημίων.