Η εικόνα στις γειτονιές της Αβάνας είναι πλέον στερεοτυπική αλλά και σπαρακτική: ατελείωτες ουρές κάτω από τον καυτή ήλιο, πρόσωπα χαραγμένα από την αγωνία και ράφια που χάσκουν άδεια. Η Κούβα, το άλλοτε προπύργιο της σοσιαλιστικής ανθεκτικότητας στην Καραϊβική, βιώνει σήμερα τη χειρότερη οικονομική κρίση των τελευταίων τριάντα ετών, μια κρίση που πολλοί αναλυτές θεωρούν βαθύτερη ακόμα και από την περίφημη «Ειδική Περίοδο» της δεκαετίας του 1990. Το κεντρικό σύμβολο αυτής της κατάρρευσης δεν είναι άλλο από το «libreta» – το δελτίο τροφίμων που για δεκαετίες εγγυόταν τα βασικά είδη διαβίωσης για κάθε πολίτη.

Σήμερα, το δελτίο αυτό έχει καταντήσει ένα άδειο κέλυφος. Είδη πρώτης ανάγκης, από το ρύζι και τα φασόλια μέχρι το σαπούνι και το γάλα, είτε φτάνουν με τεράστιες καθυστερήσεις είτε δεν φτάνουν ποτέ. «Κανένας Κουβανός δεν μπορεί πλέον να επιβιώσει πραγματικά με τα προϊόντα του δελτίου», αναφέρουν κάτοικοι στην Αβάνα. Η έλλειψη είναι καθολική, επηρεάζοντας ακόμα και το καθημερινό ψωμί, η παραγωγή του οποίου έχει περιοριστεί δραματικά λόγω της έλλειψης αλευριού και των συνεχών διακοπών ρεύματος που παραλύουν τους φούρνους της χώρας.

Η Εισβολή του Δολαρίου και ο Διχασμός της Κοινωνίας

Καθώς το κρατικό σύστημα διανομής καταρρέει, η οικονομία της χώρας έχει οδηγηθεί σε μια άτυπη αλλά βίαιη «δολαριοποίηση». Τα βασικά αγαθά πωλούνται πλέον όλο και περισσότερο σε αμερικανικά δολάρια, μέσω των κρατικών καταστημάτων MLC (Moneda Libremente Convertible) ή στη μαύρη αγορά. Αυτό δημιουργεί μια κοινωνία δύο ταχυτήτων: από τη μία πλευρά εκείνοι που έχουν πρόσβαση σε σκληρό νόμισμα –συνήθως μέσω εμβασμάτων από συγγενείς στο εξωτερικό– και από την άλλη η πλειονότητα των εργαζομένων και των συνταξιούχων που πληρώνονται σε υποτιμημένα κουβανικά πέσο.

Η ισοτιμία του πέσο έναντι του δολαρίου στην ανεπίσημη αγορά έχει κατρακυλήσει σε επίπεδα που καθιστούν τον κατώτατο μισθό ανεπαρκή ακόμα και για την αγορά μιας καρτέλας αυγών. Η κυβέρνηση του Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ προσπάθησε να επιβάλει νομισματικές μεταρρυθμίσεις, αλλά τα αποτελέσματα ήταν αντίθετα από τα προσδοκώμενα, τροφοδοτώντας έναν πληθωρισμό που καλπάζει ανεξέλεγκτα. Η εξάρτηση από το δολάριο, το νόμισμα του «εχθρού» σύμφωνα με την επίσημη ρητορική, αποτελεί την πιο πικρή ειρωνεία για την κουβανική ηγεσία.

Υποδομές σε Αποσύνθεση και η Μεγάλη Έξοδος

Η οικονομική δυσπραγία δεν περιορίζεται στα ράφια των καταστημάτων. Το ενεργειακό δίκτυο της Κούβας βρίσκεται στα όρια της ολικής κατάρρευσης, με καθημερινές προγραμματισμένες διακοπές ρεύματος που διαρκούν 12 ή και 18 ώρες σε ορισμένες επαρχίες. Χωρίς ρεύμα, τα τρόφιμα χαλάνε, οι επιχειρήσεις κλείνουν και η κοινωνική οργή φουντώνει. Η έλλειψη καυσίμων έχει παραλύσει τις μεταφορές και τη γεωργική παραγωγή, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο ελλείψεων.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολυεπίπεδης κρίσης είναι ένα κύμα μετανάστευσης που δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία του νησιού. Εκατοντάδες χιλιάδες Κουβανοί, κυρίως νέοι και ειδικευμένοι εργάτες, εγκαταλείπουν τη χώρα αναζητώντας ένα μέλλον στις Ηνωμένες Πολιτείες ή την Ευρώπη. Αυτή η «αιμορραγία» ανθρώπινου δυναμικού υπονομεύει κάθε προσπάθεια μελλοντικής ανάκαμψης, αφήνοντας πίσω της έναν γερασμένο πληθυσμό που εξαρτάται από ένα κράτος που δεν μπορεί πλέον να τον φροντίσει.

Η Πολιτική Ακαμψία και το Διεθνές Πλαίσιο

Ενώ η Αβάνα επιρρίπτει την ευθύνη για όλα τα δεινά στο αμερικανικό εμπάργκο, διεθνείς αναλυτές επισημαίνουν ότι οι εσωτερικές δομικές αδυναμίες και η άρνηση για ουσιαστικό οικονομικό άνοιγμα είναι εξίσου υπεύθυνες. Η γραφειοκρατική ακαμψία και ο φόβος της απώλειας του πολιτικού ελέγχου εμποδίζουν την ανάπτυξη του ιδιωτικού τομέα, ο οποίος θα μπορούσε να δώσει ανάσες στην αγορά. Παρά τις μικρές παραχωρήσεις για τη δημιουργία μικρομεσαίων επιχειρήσεων (MSMEs), το φορολογικό και ρυθμιστικό πλαίσιο παραμένει εχθρικό.

Η Κούβα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Με τους παραδοσιακούς συμμάχους της, όπως η Ρωσία και η Βενεζουέλα, να αντιμετωπίζουν τα δικά τους προβλήματα, η στήριξη που λαμβάνει το νησί είναι περιορισμένη. Η ανάγκη για ριζικές αλλαγές είναι πλέον ζήτημα επιβίωσης, καθώς η κοινωνική συνοχή δοκιμάζεται στα όριά της και το «κοινωνικό συμβόλαιο» της Επανάστασης φαίνεται να έχει λήξει οριστικά για τις νεότερες γενιές.