Η παγκόσμια οικονομία, παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις των προηγούμενων ετών, επέδειξε μια αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Ωστόσο, η πρόσφατη ετήσια έκθεση της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), την οποία αναλύει με τη γνωστή του οξύνοια ο Martin Wolf στους Financial Times, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Το ερώτημα που τίθεται είναι σαφές: Είναι η παγκόσμια οικονομία πραγματικά ισχυρή ή απλώς διανύει μια περίοδο παρατεταμένης τύχης πριν από την καταιγίδα; Η BIS, η «τράπεζα των κεντρικών τραπεζών», προειδοποιεί ότι η επιστροφή στην ομαλότητα είναι κάθε άλλο παρά εγγυημένη, εισάγοντας μάλιστα τον όρο του νέου «Bête Noire» (μαύρου θηρίου) που δεν είναι άλλο από τον συνδυασμό της δημοσιονομικής απειθαρχίας και των υπερβολικών προσδοκιών από την Τεχνητή Νοημοσύνη.
Το «Τελευταίο Μίλι» του Πληθωρισμού
Ο πληθωρισμός μπορεί να έχει υποχωρήσει από τα δυσθεώρητα ύψη του 2022 και του 2023, αλλά η μάχη δεν έχει κερδηθεί. Το λεγόμενο «τελευταίο μίλι» της αποπληθωριστικής διαδικασίας αποδεικνύεται το πιο δύσκολο. Οι κεντρικές τράπεζες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια επίμονη αύξηση των τιμών στον τομέα των υπηρεσιών και μια αγορά εργασίας που παραμένει «σφιχτή». Η BIS επισημαίνει ότι αν οι μισθολογικές αυξήσεις συνεχίσουν να υπερβαίνουν την παραγωγικότητα, ο πληθωρισμός θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2%, αναγκάζοντας τα επιτόκια να παραμείνουν «υψηλά για περισσότερο χρόνο» (higher for longer).
Αυτή η επιμονή του πληθωρισμού δημιουργεί ένα επικίνδυνο περιβάλλον για τις αγορές, οι οποίες έχουν ήδη προεξοφλήσει πολλαπλές μειώσεις επιτοκίων. Ο Martin Wolf τονίζει ότι η υπερβολική αυτοπεποίθηση των επενδυτών μπορεί να οδηγήσει σε βίαιες διορθώσεις, εάν τα δεδομένα δεν επιβεβαιώσουν την ταχεία πτώση των τιμών. Η ανθεκτικότητα της κατανάλωσης, αν και θετική για την ανάπτυξη, λειτουργεί ως τροχοπέδη στην προσπάθεια των κεντρικών τραπεζών να «ψυχράνουν» την οικονομία.
Το Βουνό του Δημοσίου Χρέους
Ο δεύτερος και ίσως πιο δομικός κίνδυνος αφορά το δημόσιο χρέος. Μετά από χρόνια επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής λόγω της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, τα κράτη βρίσκονται με ελλείμματα που δεν είναι πλέον βιώσιμα σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων. Η BIS προειδοποιεί ότι η έλλειψη δημοσιονομικού χώρου περιορίζει την ικανότητα των κυβερνήσεων να αντιδράσουν σε μελλοντικά σοκ. Η κατάσταση επιδεινώνεται από τις μακροπρόθεσμες πιέσεις: τη γήρανση του πληθυσμού, τις ανάγκες για την πράσινη μετάβαση και την αύξηση των αμυντικών δαπανών λόγω γεωπολιτικών εντάσεων.
Η ανάλυση του Wolf υπογραμμίζει ότι η «δημοσιονομική κυριαρχία» —όπου οι ανάγκες χρηματοδότησης του κράτους υπαγορεύουν τη νομισματική πολιτική— αποτελεί έναν υπαρκτό κίνδυνο. Εάν οι αγορές αρχίσουν να αμφιβάλλουν για την ικανότητα των κρατών να εξυπηρετήσουν το χρέος τους, οι αποδόσεις των ομολόγων θα εκτοξευθούν, προκαλώντας μια νέα κρίση χρέους που θα μπορούσε να συμπαρασύρει και τον ιδιωτικό τομέα.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη: Σωτήρας ή Φούσκα;
Εδώ εντοπίζεται το νέο «Bête Noire». Η Τεχνητή Νοημοσύνη (AI) αντιμετωπίζεται σήμερα ως το «ιερό δισκοπότηρο» της παραγωγικότητας. Ωστόσο, η BIS προειδοποιεί για τον κίνδυνο μιας «φούσκας» παρόμοιας με εκείνη των dot-com. Οι επενδύσεις στην AI είναι κολοσσιαίες, αλλά η πραγματική επίδραση στην παραγωγικότητα μπορεί να καθυστερήσει χρόνια ή να μην είναι τόσο επαναστατική όσο αναμένεται. Η υπερβολική αισιοδοξία οδηγεί σε λανθασμένη κατανομή κεφαλαίων (misallocation of capital), απομακρύνοντας πόρους από άλλους παραγωγικούς τομείς.
Επιπλέον, η AI δημιουργεί νέους κινδύνους για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Η χρήση αλγορίθμων στη λήψη αποφάσεων μπορεί να οδηγήσει σε φαινόμενα «αγέλης» στις αγορές, εντείνοντας την αστάθεια. Ο Wolf σημειώνει ότι ενώ η τεχνολογία έχει τη δυνατότητα να μετασχηματίσει την οικονομία, η τρέχουσα αποτίμηση των εταιρειών τεχνολογίας βασίζεται σε σενάρια τελειότητας που σπάνια επαληθεύονται στην πραγματική οικονομία.
Γεωπολιτική και Ενεργειακή Αστάθεια
Τέλος, η παγκόσμια οικονομία παραμένει όμηρος των γεωπολιτικών εξελίξεων. Ο κατακερματισμός του παγκόσμιου εμπορίου και η στροφή προς τον προστατευτισμό αυξάνουν το κόστος παραγωγής και μειώνουν την αποτελεσματικότητα. Η ενεργειακή μετάβαση, αν και απαραίτητη, δημιουργεί πληθωριστικές πιέσεις (greenflation) καθώς η ζήτηση για κρίσιμα μέταλλα υπερβαίνει την προσφορά. Η BIS τονίζει ότι οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι πλέον «εξωγενείς» αλλά οργανικά συνδεδεμένοι με το οικονομικό σύστημα. Η ανθεκτικότητα που είδαμε μέχρι τώρα μπορεί να οφείλεται στην αποταμίευση που συσσωρεύτηκε κατά την πανδημία, η οποία όμως εξαντλείται, αφήνοντας την οικονομία εκτεθειμένη σε νέα σοκ.