Σε μια κίνηση που χαρακτηρίζεται ως «υπαρξιακή αναγκαιότητα» για την ατμομηχανή της ευρωπαϊκής οικονομίας, το Βερολίνο ανακοίνωσε την ενεργοποίηση ενός φιλόδοξου προγράμματος επιδοτήσεων ύψους 5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Στόχος είναι η στήριξη της βαριάς βιομηχανίας της Γερμανίας —από τον χάλυβα και το τσιμέντο μέχρι τα χημικά— στην πορεία τους προς την αποανθρακοποίηση. Το πρόγραμμα, το οποίο βασίζεται στον μηχανισμό των «Συμβολαίων Προστασίας του Κλίματος» (Climate Protection Contracts), αποτελεί την απάντηση της Γερμανίας στην επιθετική επιδοματική πολιτική των ΗΠΑ (Inflation Reduction Act) και την κυριαρχία της Κίνας στις πράσινες τεχνολογίες.

Ο Μηχανισμός των Carbon Contracts for Difference (CCfD)

Η καρδιά αυτής της πρωτοβουλίας χτυπά στον μηχανισμό των «Συμβολαίων Επί της Διαφοράς για τον Άνθρακα». Πρόκειται για μια καινοτόμο χρηματοδοτική δομή όπου το κράτος αναλαμβάνει να καλύψει το επιπλέον κόστος που συνεπάγεται η χρήση καθαρών τεχνολογιών (όπως το πράσινο υδρογόνο) σε σχέση με τις παραδοσιακές μεθόδους που βασίζονται στα ορυκτά καύσιμα. Εάν η τιμή του άνθρακα στο ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων αυξηθεί αρκετά ώστε η πράσινη τεχνολογία να γίνει ανταγωνιστική, οι εταιρείες θα επιστρέφουν τη διαφορά στο κράτος. Αυτό δημιουργεί ένα δίχτυ ασφαλείας για τις επενδύσεις μακράς πνοής που απαιτούνται για τον μετασχηματισμό των εργοστασίων.

Η γερμανική κυβέρνηση, υπό την πίεση των υψηλών τιμών ενέργειας που ακολούθησαν την εισβολή στην Ουκρανία, αντιλαμβάνεται ότι η αποβιομηχάνιση δεν είναι πλέον ένα θεωρητικό σενάριο αλλά μια ορατή απειλή. Μεγάλες βιομηχανικές μονάδες έχουν ήδη αρχίσει να μεταφέρουν την παραγωγή τους εκτός Ευρώπης, αναζητώντας φθηνότερη ενέργεια και πιο ευνοϊκά ρυθμιστικά πλαίσια. Τα 5 δισ. ευρώ είναι μόνο η πρώτη δόση μιας συνολικής δέσμευσης που θα μπορούσε να φτάσει τα δεκάδες δισεκατομμύρια τα επόμενα χρόνια.

Γεωπολιτικός Ανταγωνισμός και η Σκιά των ΗΠΑ

Η κίνηση του Βερολίνου δεν γίνεται σε κενό αέρος. Η Ουάσινγκτον, μέσω του Inflation Reduction Act (IRA), προσφέρει τεράστιες φορολογικές ελαφρύνσεις και επιδοτήσεις για πράσινες επενδύσεις, προσελκύοντας ευρωπαϊκούς κολοσσούς. Ταυτόχρονα, η Κίνα συνεχίζει να πλημμυρίζει την παγκόσμια αγορά με φθηνά προϊόντα χαμηλού άνθρακα, υποστηριζόμενα από κρατικά κεφάλαια. Η Γερμανία, που παραδοσιακά υπήρξε θεματοφύλακας των κανόνων του ελεύθερου εμπορίου, αναγκάζεται τώρα να υιοθετήσει μια πιο παρεμβατική βιομηχανική πολιτική για να επιβιώσει.

  • Προστασία των θέσεων εργασίας σε κλάδους έντασης ενέργειας.
  • Επιτάχυνση της μετάβασης προς την κλιματική ουδετερότητα έως το 2045.
  • Διατήρηση της τεχνολογικής πρωτοπορίας στις κατασκευές και τη μηχανική.
  • Μείωση της εξάρτησης από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.

Ωστόσο, οι επικριτές του προγράμματος επισημαίνουν τους κινδύνους. Η επιλογή των «νικητών» από το κράτος μπορεί να οδηγήσει σε στρεβλώσεις της αγοράς και σε σπατάλη πόρων αν οι επιλεγμένες τεχνολογίες δεν αποδειχθούν βιώσιμες μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, το δημοσιονομικό «φρένο» της Γερμανίας (Schuldenbremse) περιορίζει τα περιθώρια ελιγμών, δημιουργώντας εσωτερικές πολιτικές τριβές στον κυβερνητικό συνασπισμό.

Η Πρόκληση των Υποδομών και του Κόστους Ενέργειας

Πέρα από τις άμεσες επιδοτήσεις, η επιτυχία της «πράσινης αντεπίθεσης» εξαρτάται από την ταχύτητα ανάπτυξης των υποδομών. Χωρίς ένα εκτεταμένο δίκτυο μεταφοράς υδρογόνου και χωρίς επαρκή παροχή φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, τα 5 δισ. ευρώ θα είναι απλώς ένας «επίδεσμος» σε μια βαθιά πληγή. Οι βιομήχανοι προειδοποιούν ότι οι τιμές του ρεύματος στη Γερμανία παραμένουν απαγορευτικές σε σύγκριση με τις ΗΠΑ ή την Κίνα, καθιστώντας ακόμα και τις επιδοτούμενες επενδύσεις οριακά κερδοφόρες.

«Δεν πρόκειται απλώς για κλιματική πολιτική, αλλά για την ίδια την επιβίωση της Γερμανίας ως βιομηχανικού έθνους», δήλωσε κορυφαίο στέλεχος της ομοσπονδίας γερμανικών βιομηχανιών (BDI).

Συμπερασματικά, η Γερμανία επιχειρεί ένα δύσκολο πείραμα: να μετατρέψει την κλιματική κρίση σε ευκαιρία βιομηχανικής αναγέννησης. Αν το στοίχημα των 5 δισ. ευρώ αποδώσει, θα αποτελέσει το μοντέλο για ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν αποτύχει, η Ευρώπη κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα «μουσείο βιομηχανικής ιστορίας», ενώ ο υπόλοιπος κόσμος θα προελαύνει στην πράσινη εποχή.