Η Nvidia ανακοινώνει τα οικονομικά της αποτελέσματα μετά το κλείσιμο της Wall Street την Τετάρτη, σε μια στιγμή που θεωρείται ορόσημο για τη βιωσιμότητα των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη. Παρά την κρισιμότητα της ανακοίνωσης, η αγορά παραγώγων εμφανίζεται ασυνήθιστα ψύχραιμη, προεξοφλώντας μια μεταβολή της τάξεως του 5,4% στη μετοχή — τη μικρότερη αναμενόμενη αντίδραση πριν από αποτελέσματα από τον Αύγουστο του 2021.

Αν και το ποσοστό φαντάζει μικρό, η τεράστια κεφαλαιοποίηση της εταιρείας σημαίνει ότι μια τέτοια κίνηση αντιστοιχεί σε περίπου 280 δισεκατομμύρια δολάρια χρηματιστηριακής αξίας. Η συγκράτηση των traders αποδίδεται στο γεγονός ότι στις τελευταίες οκτώ ανακοινώσεις, η πραγματική μεταβλητότητα της μετοχής ήταν χαμηλότερη από αυτή που προεξοφλούσαν τα options.

Οι προσδοκίες των αναλυτών

Για το δεύτερο τρίμηνο του οικονομικού έτους 2027 (που ολοκληρώθηκε στις 26 Ιουλίου), η Wall Street αναμένει:

  • Έσοδα ύψους 92,2 δισ. δολαρίων (σχεδόν διπλάσια από τα 46,7 δισ. πέρυσι).
  • Προσαρμοσμένα κέρδη 2,09 δολαρίων ανά μετοχή.
  • Προβλέψεις για έσοδα κοντά στα 104 δισ. δολάρια το επόμενο τρίμηνο.

Η διοίκηση της Nvidia είχε δώσει guidance για έσοδα 91 δισ. δολαρίων, όμως η αγορά έχει πλέον ανεβάσει τον πήχη τόσο ψηλά, που μια απλή υπέρβαση των εκτιμήσεων μπορεί να μην θεωρηθεί αρκετή.

Τι θα κρίνει την πορεία της μετοχής

Πέρα από τους αριθμούς, οι επενδυτές αναζητούν απαντήσεις σε κρίσιμα δομικά ζητήματα. Το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο χρονοδιάγραμμα μετάβασης από την αρχιτεκτονική Blackwell στη νέα γενιά Rubin, καθώς και στην πορεία των πωλήσεων στα data centers. Παράλληλα, έντονος είναι ο προβληματισμός για τον ανταγωνισμό από εταιρείες όπως η AMD και η Intel, αλλά και για τους περιορισμούς στις εξαγωγές προς την Κίνα.

Ένα σημείο που προκαλεί ανησυχία είναι ο «κυκλικός» χαρακτήρας της ζήτησης, καθώς η Nvidia έχει χρηματοδοτήσει πελάτες και data centers που στη συνέχεια αγοράζουν τα δικά της chips. Η ανακοίνωση έρχεται μετά από ένα αρνητικό σερί επτά πτωτικών συνεδριάσεων που διακόπηκε την Τρίτη, ενώ ο δείκτης ημιαγωγών PHLX παραμένει κάτω από τα ιστορικά υψηλά του Ιουνίου.