Σε μια νέα φάση εντατικών ψηφιακών ελέγχων προχωρά η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), θέτοντας υπό στενή παρακολούθηση 12.000 φορολογούμενους που έχουν χαρακτηριστεί ως «υψηλού κινδύνου». Μετά την ολοκλήρωση της υποβολής των φορολογικών δηλώσεων, η φορολογική διοίκηση αξιοποιεί προηγμένα ψηφιακά εργαλεία για να εντοπίσει περιπτώσεις όπου ο τρόπος διαβίωσης και οι τραπεζικές κινήσεις δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα.
Ο μηχανισμός των διασταυρώσεων
Στο επίκεντρο των ερευνών βρίσκονται πολίτες που εμφανίζουν χαμηλά εισοδήματα, αλλά ταυτόχρονα πραγματοποιούν υψηλές δαπάνες ή διαθέτουν σημαντική ακίνητη περιουσία. Η ΑΑΔΕ χρησιμοποιεί το σύστημα BANCAPP, το οποίο επιτρέπει την αυτόματη άντληση τραπεζικών δεδομένων και τη σύγκρισή τους με τα φορολογικά στοιχεία. Οι έλεγχοι καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα δεδομένων, όπως:
- Τόκους καταθέσεων και επενδυτικά προϊόντα (repos).
- Ηλεκτρονικές πληρωμές και καταναλωτικές δαπάνες.
- Αποπληρωμές δανείων και ασφαλιστήρια συμβόλαια.
- Λογαριασμούς ΔΕΚΟ (ρεύμα, νερό) και δαπάνες τηλεφωνίας.
- Εισοδήματα από βραχυχρόνιες μισθώσεις και εμβάσματα.
Η διαδικασία και οι προθεσμίες
Οι φορολογούμενοι που θα εντοπιστούν από το σύστημα θα λάβουν ψηφιακή ειδοποίηση και θα κληθούν να προσκομίσουν δικαιολογητικά εντός 15 ημερών. Οι εξηγήσεις θα υποβάλλονται είτε στις αρμόδιες υπηρεσίες είτε στο Κέντρο Φορολογικών Διαδικασιών και Ελέγχων (ΚΕΦΟΔΕ). Σε περίπτωση που οι απαντήσεις δεν κριθούν επαρκείς, η ΑΑΔΕ θα προχωρά στον προσδιορισμό φόρων, επιβάλλοντας τα προβλεπόμενα πρόστιμα και προσαυξήσεις.
Προτεραιότητα στο 2020
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στις υποθέσεις του φορολογικού έτους 2020. Ο λόγος είναι η επερχόμενη παραγραφή τους, καθώς η σχετική προθεσμία εκπνέει στις 31 Δεκεμβρίου 2026. Η φορολογική διοίκηση επιταχύνει τις διαδικασίες ώστε να ολοκληρωθούν οι έλεγχοι και να καταλογιστούν οι οφειλές πριν από τη λήξη της προθεσμίας.