Ένα σημαντικό κενό στην αλυσίδα ελέγχου των τροφίμων επιχειρεί να καλύψει η ΑΑΔΕ, αναπτύσσοντας έναν ψηφιακό μηχανισμό που θα συνδέει την προέλευση της πρώτης ύλης με τα τελικά προϊόντα που φτάνουν στον καταναλωτή. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα γαλακτοκομικά και το κρέας, με στόχο τον περιορισμό των παράνομων «ελληνοποιήσεων» μέσω της πλήρους διασταύρωσης των στοιχείων παραγωγής και διακίνησης.

Ο μηχανισμός «από το χωράφι στο ράφι»

Η βασική λογική του σχεδίου, το οποίο βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο, βασίζεται στη δημιουργία ενός ελέγξιμου ισοζυγίου. Τα στοιχεία για τις παραδόσεις γάλακτος από τις κτηνοτροφικές μονάδες και τις εισαγωγές πρώτης ύλης θα διασταυρώνονται ψηφιακά με τις ποσότητες που δηλώνει ότι παράγει κάθε μεταποιητική επιχείρηση. Οποιαδήποτε απόκλιση ανάμεσα στο διαθέσιμο ελληνικό γάλα και στα προϊόντα που φέρουν την ένδειξη «ελληνικό» θα μπορεί να αποτελέσει αφετηρία ελέγχου.

Σύμφωνα με τον Χρήστο Τσομπάνο, μέλος του Δ.Σ. της ΕΘΕΑΣ, ο σχεδιασμός προβλέπει τη χρήση ηλεκτρονικών barcodes για κάθε προϊόν που εξέρχεται από τη μονάδα. Αυτό θα επιτρέπει τη σύγκριση των κωδικών παραγωγής με τις ποσότητες πρώτης ύλης που εισήχθησαν στη μεταποίηση. Παράλληλα, αναμένεται η μελλοντική αξιοποίηση του συστήματος «Άρτεμις 2».

Ψηφιακά εργαλεία και χρονοδιαγράμματα

Ένα από τα κεντρικά εργαλεία αυτής της προσπάθειας είναι το ψηφιακό δελτίο αποστολής. Ενώ η πρώτη φάση της υποχρεωτικής έκδοσής του είναι ήδη σε ισχύ, από τις 12 Οκτωβρίου 2026 θα ενεργοποιηθούν πρόσθετες διαδικασίες για την καταγραφή της φόρτωσης και της παραλαβής, καθώς και η διαβίβαση ποιοτικών και ποσοτικών στοιχείων. Επιπλέον, έχει αναφερθεί ένα χρονοδιάγραμμα περίπου 40 ημερών για την προετοιμασία μιας φόρμας δήλωσης στοιχείων από την Αρχή.

Η πίεση στην εγχώρια παραγωγή

Η ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους εντείνεται από τη μείωση της διαθέσιμης ελληνικής πρώτης ύλης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η παραγωγή πρόβειου γάλακτος το πρώτο επτάμηνο του 2026 ανήλθε σε 540.000 τόνους, σημειώνοντας πτώση περίπου 7% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο (580.000 τόνοι). Η μείωση της παραγωγής, σε συνδυασμό με την αυξανόμενη ζήτηση, καθιστά επιτακτική την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η ένδειξη προέλευσης ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.