Σε μια περίοδο που η παγκόσμια οικονομία μοιάζει να ισορροπεί σε ένα τεντωμένο σχοινί, η ελληνική επιχειρηματική κοινότητα επιδεικνύει μια αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα. Η πρόσφατη έρευνα της EY (CEO Outlook Pulse) αποκαλύπτει ένα παράδοξο αλλά ελπιδοφόρο σκηνικό: ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο πληθωρισμός παραμένουν πηγές ανησυχίας, οι Έλληνες επιχειρηματίες δεν οχυρώνονται πίσω από μια παθητική στάση αναμονής. Αντίθετα, επιταχύνουν τις επενδύσεις τους στην Τεχνητή Νοημοσύνη (AI), θεωρώντας την πλέον ως το βασικό εργαλείο για τον μετασχηματισμό του λειτουργικού τους μοντέλου.
Η Ανθεκτικότητα μέσα στην Πολυκρίση
Η ελληνική αγορά, έχοντας επιβιώσει από μια δεκαετή οικονομική κρίση και την πρόσφατη πανδημία, φαίνεται να έχει αναπτύξει έναν ιδιαίτερο μηχανισμό άμυνας. Σύμφωνα με τα ευρήματα της EY, η «συγκρατημένη αισιοδοξία» δεν είναι απλώς ένα σχήμα λόγου, αλλά μια στρατηγική επιλογή. Οι ερωτηθέντες αναγνωρίζουν ότι το 2026 φέρνει μαζί του νέες προκλήσεις, όπως η αστάθεια στις τιμές της ενέργειας και η ανάγκη για συμμόρφωση με τα αυστηρά πρότυπα ESG (Environmental, Social, and Governance). Ωστόσο, η πλειονότητα των Ελλήνων CEOs (περίπου το 95%) δηλώνει ότι σχεδιάζει να διατηρήσει ή και να αυξήσει τις επενδύσεις σε τεχνολογικές υποδομές.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι η μετατόπιση της προσοχής από την απλή επιβίωση στην ενεργό ανάπτυξη. Οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν αναζητούν πλέον μόνο τρόπους μείωσης του κόστους, αλλά εργαλεία που θα τους επιτρέψουν να δημιουργήσουν νέα προϊόντα και υπηρεσίες. Η Τεχνητή Νοημοσύνη βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της προσπάθειας, με το 70% των επιχειρήσεων να δηλώνουν ότι έχουν ήδη ενσωματώσει κάποια μορφή AI στις καθημερινές τους λειτουργίες, είτε πρόκειται για την εξυπηρέτηση πελατών είτε για τη βελτιστοποίηση της εφοδιαστικής αλυσίδας.
Το AI ως Καταλύτης Παραγωγικότητας
Η στροφή προς το AI δεν είναι μια παροδική μόδα για τον ελληνικό επιχειρηματικό κόσμο. Είναι μια συνειδητή απόφαση αντιμετώπισης του προβλήματος της χαμηλής παραγωγικότητας που παραδοσιακά μάστιζε την εγχώρια οικονομία. Οι τομείς της ενέργειας, του τουρισμού και των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών ηγούνται αυτής της κίνησης. Όπως επισημαίνεται στην έρευνα, η Generative AI (Παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη) αντιμετωπίζεται ως ένας «πολλαπλασιαστής ισχύος» που επιτρέπει σε μικρότερες ομάδες να παράγουν έργο που παλαιότερα απαιτούσε τεράστιους πόρους.
«Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι πλέον μια επιλογή για το μέλλον, αλλά μια αναγκαιότητα για το παρόν. Όποιος δεν επενδύσει σήμερα, κινδυνεύει να μείνει εκτός αγοράς αύριο», αναφέρουν στελέχη της EY Greece.
Παράλληλα, η έρευνα αναδεικνύει τη σημασία των συνεργασιών. Οι Έλληνες επιχειρηματίες στρέφονται όλο και περισσότερο σε οικοσυστήματα καινοτομίας, συνεργαζόμενοι με startups και πανεπιστημιακά ιδρύματα για να γεφυρώσουν το τεχνολογικό χάσμα. Αυτό το «άνοιγμα» αποτελεί μια σημαντική πολιτισμική αλλαγή για μια αγορά που στο παρελθόν χαρακτηριζόταν από εσωστρέφεια και οικογενειοκρατία.
Το Ανθρώπινο Κεφάλαιο και το Χάσμα Δεξιοτήτων
Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση που αναδεικνύει η έρευνα της EY δεν είναι η έλλειψη κεφαλαίων, αλλά η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού. Η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται το AI ξεπερνά την ικανότητα του εκπαιδευτικού συστήματος και των εταιρικών προγραμμάτων κατάρτισης να παράγουν στελέχη με τις κατάλληλες δεξιότητες. Οι Έλληνες CEOs εκφράζουν την ανησυχία τους για το «brain drain» που συνεχίζει να στερεί από τη χώρα ταλέντα, αν και παρατηρείται μια μικρή τάση επιστροφής (brain gain) λόγω της βελτίωσης των συνθηκών εργασίας στον τεχνολογικό κλάδο.
Η επένδυση στο reskilling (επανεκπαίδευση) και upskilling (αναβάθμιση δεξιοτήτων) του υφιστάμενου προσωπικού αναδεικνύεται σε κορυφαία προτεραιότητα. Οι επιχειρήσεις καλούνται να πείσουν τους εργαζόμενους ότι το AI δεν είναι απειλή για τις θέσεις εργασίας τους, αλλά ένας συνεργάτης που θα τους απαλλάξει από επαναλαμβανόμενες και ανιαρές εργασίες, επιτρέποντάς τους να επικεντρωθούν στη δημιουργικότητα και τη στρατηγική σκέψη.
Συμπεράσματα και Προοπτικές
Η έρευνα της EY καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η ελληνική επιχειρηματικότητα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Η συγκρατημένη αισιοδοξία είναι δικαιολογημένη, καθώς τα θεμελιώδη μεγέθη πολλών εταιρειών παραμένουν ισχυρά. Ωστόσο, η επιτυχία της μετάβασης στην εποχή του AI θα εξαρτηθεί από τρεις παράγοντες: την ταχύτητα υιοθέτησης των νέων τεχνολογιών, την ικανότητα προσέλκυσης και διατήρησης ταλέντων και τη διατήρηση μιας σταθερής δημοσιονομικής πολιτικής που θα ενθαρρύνει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις. Το 2026 θα είναι το έτος όπου οι θεωρητικές συζητήσεις για το AI θα δώσουν τη θέση τους σε απτά αποτελέσματα, διαμορφώνοντας τον νέο χάρτη της ελληνικής οικονομίας.