Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται να μετασχηματίσει την παγκόσμια οικονομία, όμως αυτό δεν διασφαλίζει τη σταθερότητα των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων. Σύμφωνα με ανάλυση που δημοσιεύθηκε στο blog της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), μια διόρθωση στις τιμές των αμερικανικών τεχνολογικών μετοχών παραμένει πιθανή, ακόμη και αν η ίδια η AI εκπληρώσει τις τεχνολογικές της υποσχέσεις.
Η ευρωπαϊκή έκθεση στις «Magnificent Seven»
Ο κίνδυνος μιας απότομης πτώσης στη Wall Street έχει άμεσες προεκτάσεις για την Ευρωζώνη. Τα στοιχεία δείχνουν μια τεράστια συγκέντρωση κεφαλαίων στις επτά μεγαλύτερες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας (Alphabet, Amazon, Apple, Meta, Microsoft, Nvidia και Tesla):
- Τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά έχουν άμεση έκθεση ύψους 440 δισ. ευρώ.
- Ασφαλιστικές εταιρείες και συνταξιοδοτικά ταμεία έχουν τοποθετήσει επιπλέον 440 δισ. ευρώ.
Συνολικά, περίπου 880 δισ. ευρώ ευρωπαϊκών κεφαλαίων εξαρτώνται από την πορεία των «Magnificent Seven». Μια σημαντική υποχώρηση αυτών των μετοχών θα μπορούσε να πλήξει τον πλούτο των νοικοκυριών, να περιορίσει την καταναλωτική εμπιστοσύνη και να προκαλέσει ζημιές σε θεσμικά χαρτοφυλάκια.
Το παράδοξο της επιτυχίας και των προσδοκιών
Η ανάλυση υπογραμμίζει μια κρίσιμη διάκριση: η τεχνολογική επιτυχία δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την επενδυτική κερδοφορία. Οι σημερινές αποτιμήσεις βρίσκονται πολύ πάνω από τους ιστορικούς μέσους όρους, γεγονός που σημαίνει ότι η αγορά έχει ήδη προεξοφλήσει εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης.
Εάν τα πραγματικά αποτελέσματα της AI, όσο θετικά και αν είναι, δεν ανταποκριθούν στο «υπεραισιόδοξο» σενάριο των επενδυτών, οι τιμές των μετοχών ενδέχεται να υποχωρήσουν. Η επενδυτική ψυχολογία συχνά οδηγεί σε κύκλους υπερβολής, όπου οι εισροές κεφαλαίων απομακρύνουν τις τιμές από τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.
Περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης
Σε αντίθεση με την κατάρρευση των dot-com στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι σημερινοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής έχουν λιγότερα εργαλεία στη διάθεσή τους. Τα υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους και το κόστος εξυπηρέτησής του περιορίζουν τη δυνατότητα των κυβερνήσεων για δημοσιονομική στήριξη, ενώ τα επιτόκια δεν προσφέρουν το ίδιο περιθώριο ελιγμών για τις κεντρικές τράπεζες σε περίπτωση μιας συνδυασμένης κρίσης.