Μια νέα μέθοδος προσυμπτωματικού ελέγχου υπόσχεται την έγκαιρη ανίχνευση του βασικοκυτταρικού καρκινώματος, του πλέον συνηθισμένου τύπου καρκίνου του δέρματος παγκοσμίως. Η τεχνική αυτή συνδυάζει τη μικροσκοπική απεικόνιση υψηλής ακρίβειας με την τεχνητή νοημοσύνη, επιτρέποντας στους γιατρούς να εντοπίζουν όγκους σε πραγματικό χρόνο, ακόμη και όταν αυτοί δεν είναι ορατοί με γυμνό μάτι.
Η τεχνολογία πίσω από τη μέθοδο LC-OCT
Η συγκεκριμένη τεχνική ονομάζεται οπτική τομογραφία συνοχής γραμμικού πεδίου (LC-OCT). Πρόκειται για έναν υβριδικό συνδυασμό οπτικής τομογραφίας συνοχής (OCT) και συνεστιακής μικροσκοπίας. Η πρώτη βοηθά στην απεικόνιση του βάθους και της έκτασης του όγκου, ενώ η δεύτερη επιτρέπει την εξέταση των δομών του δέρματος σε κυτταρικό επίπεδο.
Η ανάλυση της LC-OCT φτάνει στην κλίμακα των μικρομέτρων, επιτρέποντας την εξέταση δομών με πλάτος μόλις λίγα χιλιοστά του χιλιοστού. Για σύγκριση, μια ανθρώπινη τρίχα έχει πάχος περίπου 50 μικρόμετρα. Το σύστημα παράγει κατακόρυφες, οριζόντιες και τρισδιάστατες εικόνες, τις οποίες η τεχνητή νοημοσύνη αναλύει ακαριαία, αποδίδοντας χρωματικές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης καρκινώματος.
Τα αποτελέσματα της μελέτης SUBSCAN
Σε μελέτη σκοπιμότητας με 150 ασθενείς υψηλού κινδύνου, η συστηματική απεικόνιση του προσώπου εντόπισε υποκλινικούς όγκους σε 14 άτομα (9,3%). Η θετική προγνωστική αξία της μεθόδου ανήλθε στο 83,3%, καθώς οι περισσότερες αλλοιώσεις που υπέδειξε η ΑΙ επιβεβαιώθηκαν αργότερα με βιοψία. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η τελική διάγνωση παραμένει ευθύνη του ιατρού.
Ο Δρ. Μόριτς Ρένικε υπογραμμίζει ότι η έγκαιρη ανίχνευση μέσω της προσέγγισης «SUBSCAN» μπορεί να καταστήσει τη θεραπεία λιγότερο επεμβατική. Σε πολλές περιπτώσεις, η έγκαιρη διάγνωση επιτρέπει τη χρήση θεραπευτικών κρεμών, αποφεύγοντας τη χειρουργική επέμβαση που θα απαιτούνταν αν ο όγκος είχε αναπτυχθεί περαιτέρω.
Παρά τις προοπτικές, η μέθοδος δεν είναι ακόμη έτοιμη για ευρεία κλινική εφαρμογή, καθώς η διαδικασία παραμένει χρονοβόρα και απαιτούνται περισσότερα δεδομένα για τον προσδιορισμό της συνολικής ευαισθησίας της.