Σε μια περίοδο που οι επενδύσεις σε ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία αυξάνονται, οι Έλληνες επενδυτές κρυπτονομισμάτων εξακολουθούν να πλοηγούνται σε αχαρτογράφητα φορολογικά νερά. Η έλλειψη ενός ολοκληρωμένου πλαισίου για τη δήλωση κερδών δημιουργεί σημαντικά εμπόδια, όπως κατέδειξε πρόσφατη απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ).

Το μπλόκο στα 620.000 ευρώ από Bitcoin

Η απόφαση 2407/2026 της ΔΕΔ απέρριψε την προσφυγή φορολογουμένου ο οποίος επιχείρησε να δηλώσει κέρδη ύψους 620.323,34 ευρώ από τη μεταβίβαση Bitcoin στον κωδικό 659 του εντύπου Ε1. Ο συγκεκριμένος κωδικός προορίζεται για εισοδήματα που απαλλάσσονται από τον φόρο ή φορολογούνται με ειδικό τρόπο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης:

  • Τα χρήματα προέρχονταν από δύο εμβάσματα (357.643 ευρώ τον Ιούλιο του 2024 και 262.679 ευρώ τον Σεπτέμβριο του 2024).
  • Ο φορολογούμενος προσκόμισε βεβαιώσεις από εταιρεία και ειδοποιητήρια εμβασμάτων.
  • Η ΔΕΔ έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε η υπαγωγή των κερδών σε κατηγορία με ειδική φορολόγηση ή απαλλαγή, με αποτέλεσμα το ποσό να μην μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη τεκμηρίων.

Το πρόβλημα της αγοράς περιουσιακών στοιχείων

Η απουσία σαφών κανόνων καθιστά εξαιρετικά δύσκολη τη χρήση κερδών από κρυπτονομίσματα για την αγορά ακινήτων ή άλλων στοιχείων που απαιτούν δικαιολόγηση της προέλευσης κεφαλαίων. Όπως επισημαίνουν ειδικοί, ακόμη και αν τα χρήματα περάσουν από το τραπεζικό σύστημα, η φορολογική διοίκηση μπορεί να μην τα αποδεχθεί ως νόμιμη κάλυψη τεκμηρίων λόγω του νομοθετικού κενού.

Το σχεδιαζόμενο πλαίσιο του ΥΠΕΘΟ

Το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών επεξεργάζεται νομοσχέδιο που αναμένεται να θέσει τέλος στην αβεβαιότητα. Αν και το σχέδιο δεν έχει ακόμη κατατεθεί στη Βουλή, οι βασικοί άξονες προβλέπουν:

  • Φόρος 15% στην υπεραξία: Ο φόρος θα επιβάλλεται στη διαφορά μεταξύ τιμής αγοράς και πώλησης, αφού αφαιρεθούν οι σχετικές δαπάνες.
  • Αφορολόγητο όριο: Προβλέπεται ετήσιο αφορολόγητο ύψους 500 ευρώ για μικρές υπεραξίες.
  • Αναγνώριση ως περιουσιακά στοιχεία: Τα κρυπτοστοιχεία θα αναγνωρίζονται επίσημα, επιτρέποντας τη χρήση των εσόδων για την κάλυψη τεκμηρίων διαβίωσης και απόκτησης περιουσίας.