Η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί μια πρωτοφανή υποδομή σε κέντρα δεδομένων (Data Centers), όμως αυτή η επέκταση συναντά πλέον ισχυρές αντιστάσεις σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Οι κάτοικοι και οι τοπικές αρχές εκφράζουν σοβαρές ανησυχίες για την τεράστια κατανάλωση πόρων, με το Μοντερέι Παρκ της Καλιφόρνια να γίνεται η πρώτη αμερικανική πόλη που απαγορεύει οριστικά την κατασκευή τους μέσω δημοψηφίσματος.
Η Απειλή για τους Φυσικούς Πόρους
Σύμφωνα με στοιχεία από το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, ένα τυπικό κέντρο δεδομένων καταναλώνει ηλεκτρική ενέργεια όσο 2.000 μονοκατοικίες και απαιτεί πάνω από 1,1 εκατομμύρια λίτρα νερού ημερησίως για ψύξη. Στην περίπτωση των πολύ μεγάλων εγκαταστάσεων, η κατανάλωση νερού μπορεί να φτάσει τα 19 εκατομμύρια λίτρα την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε μια πόλη 50.000 κατοίκων.
Πολιτική Πόλωση και Αντιδράσεις
Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Τραμπ, μέσω του Σχεδίου Δράσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη του 2025, προωθεί την ταχεία αδειοδότηση υποδομών για τη διασφάλιση της τεχνολογικής ηγεμονίας έναντι της Κίνας, η κοινή γνώμη παραμένει σκεπτική. Δημοσκόπηση της Gallup δείχνει ότι το 71% των Αμερικανών αντιτίθεται στην κατασκευή νέων κέντρων δεδομένων.
- Στο Τέξας, ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης Γκρεγκ Άμποτ επέβαλε μορατόριουμ στις νέες συνδέσεις στο δίκτυο.
- Στη Νέα Υόρκη, θεσπίστηκε ετήσια αναστολή για μεγάλα έργα άνω των 50 MW.
- Στο Μιζούρι και σε άλλες περιοχές, έχουν ξεκινήσει διαδικασίες αποπομπής τοπικών αξιωματούχων που ενέκριναν τέτοιες επενδύσεις.
Η Κατάσταση στην Ευρώπη και την Ελλάδα
Στην Ευρώπη, η Ιρλανδία βρίσκεται στο επίκεντρο, καθώς τα κέντρα δεδομένων καταναλώνουν ήδη το 22% της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Το Άμστερνταμ έχει απαγορεύσει νέες κατασκευές έως το 2030, ενώ η Δανία δίνει πλέον προτεραιότητα στα νοικοκυριά έναντι των data centers για τη σύνδεση στο δίκτυο.
Στην Ελλάδα, η αγορά είναι ακόμα περιορισμένη με 21 λειτουργικά κέντρα (44 MW), αλλά το επενδυτικό ενδιαφέρον είναι εκρηκτικό. Σύμφωνα με την PwC, τα αιτήματα σύνδεσης στο δίκτυο κυμαίνονται μεταξύ 1,4 και 2,2 GW, με το 65% να αφορά την Αττική, γεγονός που προμηνύει παρόμοιες προκλήσεις για το μέλλον της εγχώριας ενεργειακής υποδομής.