Η ελληνική οικονομία βιώνει μια στιγμή συμβολικής και ουσιαστικής δικαίωσης. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ υποχώρησε κάτω από το 140%, ένα επίπεδο που η χώρα είχε να δει από τις απαρχές της κρίσης χρέους το 2010. Αυτή η αποκλιμάκωση δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε έναν προϋπολογισμό· είναι το αποτέλεσμα ενός συνδυασμού δημοσιονομικής πειθαρχίας, πρόωρων αποπληρωμών δανείων και της σημαντικής αύξησης του ονομαστικού ΑΕΠ, η οποία τροφοδοτήθηκε τόσο από την πραγματική ανάπτυξη όσο και από τις πληθωριστικές πιέσεις των τελευταίων ετών.
Η ανατομία της απομόχλευσης
Η μείωση του χρέους κατά δεκάδες ποσοστιαίες μονάδες από το ιστορικό υψηλό του 209% το 2020 αποτελεί ένα από τα ταχύτερα παραδείγματα απομόχλευσης παγκοσμίως. Η στρατηγική του ελληνικού οικονομικού επιτελείου βασίστηκε σε τρεις πυλώνες. Πρώτον, στην αξιοποίηση των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία ξεπέρασαν τις προβλέψεις. Δεύτερον, στην επιθετική στρατηγική πρόωρης αποπληρωμής των διμερών δανείων του πρώτου μνημονίου (GLF), συνολικού ύψους περίπου 8 δισεκατομμυρίων ευρώ, που ήταν προγραμματισμένα να λήξουν μεταξύ 2026 και 2028. Τρίτον, στη διατήρηση ενός ισχυρού ταμειακού αποθέματος που υπερβαίνει τα 35 δισεκατομμύρια ευρώ, προσφέροντας ασφάλεια απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις.
Η επιστροφή στην επενδυτική βαθμίδα από τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης (S&P, Fitch, Moody's) λειτούργησε ως καταλύτης. Οι αγορές δεν αντιμετωπίζουν πλέον την Ελλάδα ως το «μαύρο πρόβατο» της Ευρωζώνης, αλλά ως μια χώρα που επιδεικνύει σταθερότητα σε ένα αβέβαιο γεωπολιτικό περιβάλλον. Η μείωση των spreads των ελληνικών ομολόγων σε επίπεδα συγκρίσιμα με εκείνα της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας επιβεβαιώνει αυτή την εμπιστοσύνη.
Ο παράγοντας του ΑΕΠ και ο πληθωρισμός
Είναι σημαντικό να αναλυθεί ο ρόλος του «φαινομένου της χιονοστιβάδας» (snowball effect). Όταν ο ρυθμός ανάπτυξης και ο πληθωρισμός (που αυξάνει το ονομαστικό ΑΕΠ) είναι υψηλότεροι από το μέσο επιτόκιο δανεισμού, ο λόγος του χρέους μειώνεται αυτόματα. Η Ελλάδα επωφελήθηκε από αυτό το φαινόμενο τα τελευταία δύο χρόνια. Ωστόσο, η ποιότητα αυτής της μείωσης εξετάζεται εξονυχιστικά από τους αναλυτές. Ενώ η ονομαστική μείωση είναι ευπρόσδεκτη, η βιωσιμότητα εξαρτάται από την ικανότητα της χώρας να παράγει πλούτο μέσω επενδύσεων και εξαγωγών, και όχι μόνο μέσω της κατανάλωσης ή της ανόδου των τιμών.
- Πρόωρη εξόφληση δανείων του πρώτου μνημονίου.
- Συνεχόμενα πρωτογενή πλεονάσματα άνω του 2%.
- Αύξηση των ξένων άμεσων επενδύσεων σε τουρισμό και ενέργεια.
- Σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος με μείωση των κόκκινων δανείων.
Οι προκλήσεις της «επόμενης μέρας»
Παρά τη μακροοικονομική επιτυχία, η πρόκληση παραμένει η μεταφορά αυτής της ευημερίας στην πραγματική οικονομία. Το δημόσιο χρέος μπορεί να μειώνεται, αλλά το ιδιωτικό χρέος και το κόστος διαβίωσης παραμένουν υψηλά για το μέσο νοικοκυριό. Η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική αυστηρότητα που απαιτούν οι Βρυξέλλες και την ανάγκη για κοινωνικές παροχές και ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.
«Η μείωση του χρέους κάτω από το 140% είναι ένα ορόσημο, αλλά η πραγματική νίκη θα έρθει όταν η Ελλάδα δεν θα χρειάζεται πλέον να υπερηφανεύεται για τους ρυθμούς μείωσης του χρέους της, αλλά για την παραγωγικότητα της εργασίας της», αναφέρουν κύκλοι της αγοράς.
Στο μέλλον, η διατήρηση αυτής της πορείας θα εξαρτηθεί από την απορρόφηση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας. Με τις εκλογές του 2027 να πλησιάζουν στον ορίζοντα, η πολιτική σταθερότητα θα αποτελέσει τον κρίσιμο παράγοντα για το αν η χώρα θα συνεχίσει την καθοδική τροχιά του χρέους ή αν θα υποκύψει σε λαϊκιστικές πιέσεις για χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας.