Η αβεβαιότητα που απορρέει από τις πολεμικές συγκρούσεις και τις διεθνείς εμπορικές τριβές συνεχίζει να πιέζει την οικονομία της ευρωζώνης. Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η στροφή των επιχειρηματικών επενδύσεων προς άυλα περιουσιακά στοιχεία, με αιχμή την τεχνητή νοημοσύνη, φαίνεται να περιορίζει τις αρνητικές συνέπειες.
Ο αντίκτυπος της αβεβαιότητας στην ανάπτυξη
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΚΤ, η αβεβαιότητα εκτιμάται ότι περιόρισε την οικονομική ανάπτυξη της ευρωζώνης κατά 0,4% στο διάστημα μεταξύ των πρώτων τριμήνων του 2025 και του 2026. Η επιβράδυνση αυτή αποδίδεται στη μείωση των δαπανών από επιχειρήσεις και νοικοκυριά, μια τάση που αναμένεται να συνεχιστεί και για το υπόλοιπο του τρέχοντος έτους.
Παρά τις πιέσεις αυτές, οι δαπάνες για άυλα στοιχεία ενεργητικού επιδεικνύουν αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Οι έρευνες σε επιχειρήσεις δείχνουν ότι οι αυξημένες επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη λειτουργούν ως ανάχωμα για μια οικονομία της οποίας ο ρυθμός ανάπτυξης προβλέπεται να περιοριστεί στο 1% το 2026.
Σταθεροποίηση του επενδυτικού κύκλου
Στο Οικονομικό Δελτίο της, η ΕΚΤ επισημαίνει ότι η μεταβολή στη σύνθεση των επενδύσεων προς τα άυλα στοιχεία μπορεί να καταστήσει τη συνολική αντίδραση της οικονομίας σε μελλοντικές διαταραχές πιο περιορισμένη. Συγκεκριμένα:
- Τα άυλα περιουσιακά στοιχεία παρουσιάζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε σχέση με τα υλικά.
- Η στροφή αυτή λειτουργεί ως σταδιακός σταθεροποιητικός παράγοντας του επενδυτικού κύκλου.
- Οι δαπάνες των νοικοκυριών για είδη μεγάλης αξίας (π.χ. αυτοκίνητα) ανακάμπτουν γρήγορα μετά την υποχώρηση της αβεβαιότητας.
- Αντίθετα, οι επιχειρηματικές δαπάνες για υλικά περιουσιακά στοιχεία πλήττονται σοβαρότερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.