Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) ολοκλήρωσε πρόσφατα ένα ειδικού τύπου stress test, στο οποίο υπέβαλε τις 110 μεγαλύτερες τράπεζες της Ευρωζώνης —συμπεριλαμβανομένων των τεσσάρων ελληνικών συστημικών τραπεζών— με στόχο την αξιολόγηση της ετοιμότητάς τους απέναντι σε γεωπολιτικούς κινδύνους.
Διαφορετική προσέγγιση από τα κλασικά τεστ
Σε αντίθεση με τις συνήθεις διαδικασίες που εστιάζουν αυστηρά στους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας, αυτή η άσκηση προσομοίωσης απαίτησε από τις ίδιες τις τράπεζες να σχεδιάσουν τα δικά τους δυσμενή σενάρια. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί η ικανότητά τους να αναγνωρίζουν και να αντιμετωπίζουν σύνθετες απειλές που θα μπορούσαν να πλήξουν τον δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας CET1.
Τα σενάρια που εξετάστηκαν από τα ιδρύματα περιλάμβαναν:
- Κλιμάκωση των πολεμικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.
- Συνέχιση ή διεύρυνση του πολέμου στην Ουκρανία.
- Όξυνση των σχέσεων ΗΠΑ-Κίνας και κρίση γύρω από την Ταϊβάν.
- Ενίσχυση του εμπορικού προστατευτισμού.
Η υπεραισιοδοξία ως συστημικός κίνδυνος
Αν και οι τράπεζες αναγνώρισαν σωστά τις κύριες πηγές των απειλών, η ΕΚΤ διαπίστωσε μια σημαντική αδυναμία: την υποτίμηση του τρόπου με τον οποίο αυτοί οι κίνδυνοι μεταφράζονται σε πραγματικές πιέσεις στα κεφάλαια και τη χρηματοδότησή τους. Το κυριότερο πρόβλημα, σύμφωνα με τους επόπτες, είναι η «ισχυρή δόση αισιοδοξίας» των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Πολλές τράπεζες βασίζονται στην παραδοχή ότι, ακόμη και σε συνθήκες γενικευμένης κρίσης, θα έχουν τη δυνατότητα να αντλήσουν νέα κεφάλαια από τις αγορές με ευνοϊκούς όρους ή να πωλήσουν χαρτοφυλάκια δανείων και δραστηριότητες. Οι επόπτες θεωρούν αυτές τις παραδοχές μη ρεαλιστικές, θέτοντας το καίριο ερώτημα: σε μια περίοδο παγκόσμιας αστάθειας, ποιοι θα είναι οι αγοραστές αυτών των στοιχείων και σε ποιες τιμές;