Η επιχειρηματική σκηνή της Ελλάδας και του διεθνούς fintech παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα μια από τις πιο σφοδρές εταιρικές συγκρούσεις των τελευταίων ετών. Η «συμμαχία» που ξεκίνησε το 2022 με την JPMorgan να εξαγοράζει το 48,5% της Viva Wallet (πλέον Viva.com) έναντι 800 εκατομμυρίων ευρώ, έχει μετατραπεί σε έναν ολοκληρωτικό πόλεμο χαρακωμάτων. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο ιδρυτής της Viva, Χάρης Καρώνης, ο οποίος μέσα από το μήνυμά του που συνοδεύει τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, περιγράφει το 2025 ως μια «αποκαλυπτική χρονιά», κατηγορώντας ευθέως τον αμερικανικό κολοσσό για «στρατηγική απαξίωσης».
Το Χρονικό μιας Προαναγγελθείσας Ρήξης
Όταν η JPMorgan εισήλθε στο μετοχικό κεφάλαιο της Viva, η κίνηση χαιρετίστηκε ως η απόλυτη ψήφος εμπιστοσύνης στο ελληνικό τεχνολογικό οικοσύστημα. Ωστόσο, η πραγματικότητα πίσω από τις κλειστές πόρτες ήταν διαφορετική. Σύμφωνα με τον κ. Καρώνη, η JPMorgan δεν λειτούργησε ως στρατηγικός εταίρος που αποσκοπεί στην ανάπτυξη, αλλά ως ένας μέτοχος που επιδιώκει να περιορίσει την αξία της εταιρείας για να την εξαγοράσει πλήρως σε χαμηλή τιμή.
Οι κατηγορίες είναι συγκεκριμένες και βαρύτατες. Ο Καρώνης υποστηρίζει ότι η τράπεζα χρησιμοποίησε το δικαίωμα βέτο και την επιρροή της στο διοικητικό συμβούλιο για να μπλοκάρει κρίσιμες κινήσεις επέκτασης, όπως η είσοδος στην αγορά των ΗΠΑ και η ανάπτυξη νέων πιστωτικών προϊόντων. Αυτή η «στρατηγική υπονόμευσης», όπως την αποκαλεί, είχε ως στόχο να κρατήσει την αποτίμηση της Viva σε επίπεδα κοντά στο 1 δισεκατομμύριο ευρώ, την ώρα που η διοίκηση της Viva εκτιμούσε πως η πραγματική αξία υπερβαίνει τα 5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Το Call Option και το Μήλο της Έριδος
Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στη συμφωνία μετόχων (Shareholders' Agreement) και στο περίφημο «call option». Η JPMorgan έχει το δικαίωμα να εξαγοράσει το υπόλοιπο ποσοστό της Viva μέχρι το 2025, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις αποτίμησης. Εάν η αξία της εταιρείας παραμείνει χαμηλή, η τράπεζα μπορεί να αποκτήσει τον πλήρη έλεγχο με ένα κλάσμα της δυνητικής της αξίας.
- Διαφωνία στην Αποτίμηση: Η Viva υποστηρίζει ότι η τεχνολογία της και η παρουσία της σε 24 ευρωπαϊκές χώρες την καθιστούν ηγέτη στο cloud payments.
- Εμπόδια στην Ανάπτυξη: Η πλευρά Καρώνη καταγγέλλει ότι η JPMorgan αρνήθηκε να χρηματοδοτήσει ή να εγκρίνει στρατηγικές εξαγορές που θα εκτόξευαν τα έσοδα.
- Νομικός Πόλεμος: Οι δύο πλευρές βρίσκονται ήδη στα δικαστήρια του Λονδίνου, με εκατέρωθεν αγωγές που αφορούν την ερμηνεία των όρων της συμφωνίας.
Ο Καρώνης δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει σκληρή γλώσσα, κάνοντας λόγο για «εταιρικό bullying» και προσπάθεια στραγγαλισμού μιας επιτυχημένης ευρωπαϊκής επιχείρησης από έναν αμερικανικό τραπεζικό γίγαντα. Η στάση αυτή αντανακλά μια βαθύτερη κρίση εμπιστοσύνης, όπου ο ιδρυτής αισθάνεται ότι το «παιδί» του απειλείται από τους ίδιους τους επενδυτές του.
Η Απάντηση της JPMorgan και η Διεθνής Διάσταση
Από την πλευρά της, η JPMorgan τηρεί μια πιο θεσμική στάση, απορρίπτοντας τις κατηγορίες ως αβάσιμες. Πηγές προσκείμενες στην τράπεζα αναφέρουν ότι οι αποφάσεις τους βασίζονται σε αυστηρά κριτήρια διαχείρισης κινδύνου και συμμόρφωσης, όπως αρμόζει σε έναν παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό οργανισμό. Υποστηρίζουν ότι η Viva, ως neobank με τραπεζική άδεια, πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένους κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας, τους οποίους η διοίκηση Καρώνη ενδεχομένως υποτιμά στην προσπάθειά της για ταχεία ανάπτυξη.
«Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφωνία μετόχων, αλλά για μια σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων: της ευέλικτης, ριψοκίνδυνης κουλτούρας των startups και της συντηρητικής, ρυθμιζόμενης φύσης της παραδοσιακής τραπεζικής.»
Η υπόθεση αυτή έχει λάβει διεθνείς διαστάσεις, καθώς αναδεικνύει τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές fintech όταν συνεργάζονται με παραδοσιακούς τραπεζικούς κολοσσούς. Το ερώτημα που τίθεται πλέον είναι αν η Viva.com μπορεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί μέσα σε αυτό το τοξικό περιβάλλον ή αν η δικαστική οδός θα είναι η μόνη λύση για το διαζύγιο.
Συμπεράσματα και η Επόμενη Μέρα
Η σύγκρουση Viva-JPMorgan αποτελεί ένα μάθημα για κάθε ιδρυτή startup που αναζητά κεφάλαια από θεσμικούς παίκτες. Η σημασία των «ψιλών γραμμάτων» στις συμφωνίες μετόχων αποδεικνύεται καθοριστική. Για την ελληνική οικονομία, η εξέλιξη αυτή είναι δυσάρεστη, καθώς μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες (unicorns) της χώρας αναλώνεται σε δικαστικές διαμάχες αντί να επικεντρώνεται στην καινοτομία. Το 2026 θα είναι το έτος της τελικής αναμέτρησης, καθώς τα χρονικά περιθώρια του call option στενεύουν και οι αποφάσεις των βρετανικών δικαστηρίων θα κρίνουν το μέλλον της εταιρείας.