Πίσω από κάθε εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης κρύβεται ένας ενεργειακός λογαριασμός που παραμένει αόρατος στον τελικό χρήστη. Καθώς τα κέντρα δεδομένων (data centers) πολλαπλασιάζονται και επιβαρύνουν τα ηλεκτρικά δίκτυα, η Χριστίνα Δελημήτρου, αναπληρώτρια καθηγήτρια στο MIT, εστιάζει την έρευνά της σε μια εντυπωσιακή αντίφαση: ένα τεράστιο μέρος της υπολογιστικής ισχύος παραμένει ανεκμετάλλευτο, ενώ η κατανάλωση ενέργειας συνεχίζεται αμείωτη.
Η πρόκληση της βιώσιμης ανάπτυξης
Σύμφωνα με την κ. Δελημήτρου, η βιωσιμότητα της AI αποτελεί μία από τις κρισιμότερες προκλήσεις των επόμενων ετών. Η ομάδα της στο Massachusetts Institute of Technology (MIT) χρησιμοποιεί την ίδια την τεχνητή νοημοσύνη για να βελτιώσει την αποδοτικότητα, την ασφάλεια και την αξιοπιστία των υποδομών cloud. Στόχος είναι η υποστήριξη περισσότερων εφαρμογών με λιγότερους πόρους, περιορίζοντας την ανάγκη για συνεχή κατασκευή νέων εγκαταστάσεων.
Το παράδοξο του 15%
Η έρευνα της Ελληνίδας επιστήμονα, η οποία ξεκίνησε από το Πανεπιστήμιο Stanford σε συνεργασία με τον καθηγητή Χρήστο Κοζυράκη, αποκάλυψε ότι πολλά υπολογιστικά συστήματα μεγάλης κλίμακας λειτουργούσαν μόλις στο 15% των δυνατοτήτων τους. Αυτή η αναποτελεσματικότητα οφείλεται κυρίως στο λογισμικό. Για την αντιμετώπισή της, η ομάδα της ανέπτυξε εργαλεία όπως το Seer, το οποίο χρησιμοποιεί βαθιά μάθηση (deep learning) για να προβλέπει και να αποτρέπει προβλήματα σε διαδικτυακές υπηρεσίες —όπως τηλεδιασκέψεις και streaming— πριν αυτά επηρεάσουν τον χρήστη.
Από το Μετσόβιο στο MIT
Η διαδρομή της Χριστίνας Δελημήτρου ξεκίνησε από το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο. Μετά από σπουδές στο Stanford και ακαδημαϊκή πορεία στο Cornell, εντάχθηκε στο δυναμικό του MIT το 2022, όπου πρόσφατα απέκτησε μονιμότητα. Η ίδια υπογραμμίζει την ποιότητα του επιστημονικού δυναμικού στην Ελλάδα, τονίζοντας ότι η δουλειά που γίνεται στα ελληνικά πανεπιστήμια αξίζει μεγαλύτερης διεθνούς αναγνώρισης.