Στην πόλη Κόβινγκτον της Τζόρτζια, η αστυνομία ξεκίνησε το 2020 πληρώνοντας 40.000 δολάρια στην εταιρεία τεχνολογίας επιτήρησης Flock Safety για τη συντήρηση 20 καμερών. Μέχρι το 2026, το ποσό αυτό εκτοξεύθηκε στα 201.000 δολάρια. Αυτή η ραγδαία αύξηση δεν αποτελεί μεμονωμένο περιστατικό, αλλά μέρος ενός ευρύτερου επιχειρηματικού μοντέλου που αναλύει το WIRED μέσω εγγράφων από δεκάδες πόλεις των ΗΠΑ.

Η στρατηγική της «κερκόπορτας»

Η Flock Safety ξεκίνησε το 2017 πουλώντας συστήματα ανάγνωσης πινακίδων σε ενώσεις ιδιοκτητών κατοικιών (HOA). Όταν αποφάσισε να επεκταθεί στα αστυνομικά τμήματα, είχε ήδη ένα πλεονέκτημα: οι αρχές μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε δίκτυα καμερών που είχαν ήδη εγκατασταθεί από ιδιώτες. Στην Αλφαρέτα της Τζόρτζια, η αστυνομία δικαιολόγησε την αγορά καμερών Flock το 2021 σημειώνοντας ότι άλλοι προμηθευτές δεν θα μπορούσαν να ενσωματωθούν στο υπάρχον σύστημα που χρησιμοποιούσαν οι τοπικές ενώσεις ιδιοκτητών.

Πολυπλοκότητα τιμολόγησης και συμβάσεων

Η τιμολόγηση της εταιρείας βασίζεται σε «κουβάδες» (buckets) ανάλογα με το μέγεθος του τμήματος. Οι μικρότερες υπηρεσίες (1-15 ένστολοι) πληρώνουν από 2.000 έως 115.500 δολάρια για το λογισμικό, ενώ το υλικό (hardware) χρεώνεται με ετήσια πάγια τέλη:

  • Κάμερες ανάγνωσης πινακίδων: 3.000 έως 5.200 δολάρια ετησίως ανά μονάδα.
  • Ανιχνευτές πυροβολισμών: 8.500 έως 35.000 δολάρια ετησίως.
  • Drones: 50.000 έως 150.000 δολάρια ετησίως.

Ένα κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η Flock διατηρεί την κυριότητα του εξοπλισμού. Εάν μια κάμερα καταστραφεί ή κλαπεί, η πόλη επιβαρύνεται με το κόστος αντικατάστασης (περίπου 800 δολάρια), παρά το γεγονός ότι δεν της ανήκει.

Η παγίδα του «κλειδώματος» τιμών

Για να εξασφαλίσει μακροχρόνια έσοδα, η Flock προσφέρει πενταετή συμβόλαια με «κλείδωμα τιμής». Αν και αυτό παρουσιάζεται ως οικονομία, συχνά οδηγεί σε επέκταση των υπηρεσιών με νέα προϊόντα, όπως το FlockOS ή drones, αυξάνοντας το συνολικό κόστος για τους φορολογούμενους. Παρά την άνοδο, ορισμένες πόλεις όπως το Λορέιν Κάουντι του Οχάιο και το Κίλινγκγουορθ του Κονέκτικατ διέκοψαν τη συνεργασία τους, επικαλούμενες αυξήσεις τιμών και ανησυχίες για την προστασία της ιδιωτικής ζωής.