Σε μια κίνηση που πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν ως την απόλυτη πολιτική «πιρουέτα», ο Ισραηλινός Πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου δήλωσε σήμερα την πρόθεσή του να επιδιώξει τον σχηματισμό μιας «ευρείας εθνικής κυβέρνησης» μετά τις προσεχείς εκλογές. Η δήλωση αυτή, που έρχεται σε μια στιγμή έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων και εσωτερικής αμφισβήτησης, σηματοδοτεί μια σαφή προσπάθεια του μακροβιότερου ηγέτη του Ισραήλ να αποστασιοποιηθεί από τους μέχρι πρότινος απαραίτητους συμμάχους του στην άκρα δεξιά, όπως ο Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ και ο Μπεζαλέλ Σμότριτς.
Η Στρατηγική της «Μεγάλης Σκηνής»
Η ανακοίνωση του Νετανιάχου δεν είναι απλώς μια προεκλογική υπόσχεση· είναι μια αναγνώριση της μεταβαλλόμενης πραγματικότητας στο Ισραήλ και την ευρύτερη περιοχή. Μετά από χρόνια πολιτικής πόλωσης και πολλαπλών εκλογικών αναμετρήσεων που οδήγησαν σε εύθραυστες κυβερνήσεις συνεργασίας, ο «Μπίμπι» φαίνεται να αντιλαμβάνεται ότι η παραμονή του στην εξουσία απαιτεί πλέον μια πιο κεντρώα προσέγγιση. Η στροφή αυτή στοχεύει σε δύο κατευθύνσεις: πρώτον, στην αποκατάσταση της διεθνούς εικόνας του Ισραήλ, η οποία επλήγη από τις ακραίες θέσεις ορισμένων μελών του υφιστάμενου συνασπισμού του, και δεύτερον, στην προσέλκυση των μετριοπαθών ψηφοφόρων που ανησυχούν για την κοινωνική συνοχή της χώρας.
Ο Νετανιάχου γνωρίζει καλά ότι οι σύμμαχοί του στην άκρα δεξιά, αν και του προσέφεραν την απαραίτητη πλειοψηφία για να κυβερνήσει, έχουν γίνει βαρίδια στις σχέσεις του με την Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες. Η ρητορική τους για τη Δυτική Όχθη και οι προτάσεις τους για τη δικαστική μεταρρύθμιση προκάλεσαν πρωτοφανείς διαδηλώσεις στο εσωτερικό και διπλωματική απομόνωση στο εξωτερικό. Με την πρόταση για «ευρεία κυβέρνηση», ο Πρωθυπουργός επιχειρεί να παρουσιαστεί ως ο μοναδικός εγγυητής της εθνικής ενότητας και της ασφάλειας, ικανός να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ των διαφορετικών τάσεων της ισραηλινής κοινωνίας.
Το Γεωπολιτικό Διακύβευμα και η Σχέση με τις ΗΠΑ
Η χρονική στιγμή της δήλωσης αυτής δεν είναι τυχαία. Καθώς το Ισραήλ αντιμετωπίζει σύνθετες προκλήσεις, από την απειλή του Ιράν και των πληρεξουσίων του έως την ανάγκη για εξομάλυνση των σχέσεων με τον αραβικό κόσμο (με επίκεντρο τη Σαουδική Αραβία), μια κυβέρνηση που περιλαμβάνει κεντρώα στοιχεία θεωρείται πολύ πιο αξιόπιστος συνομιλητής για τη διεθνή κοινότητα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την πίεση της εσωτερικής τους πολιτικής σκηνής, έχουν καταστήσει σαφές ότι η στήριξή τους προς το Ισραήλ δεν είναι «λευκή επιταγή» και ότι η παρουσία ακραίων στοιχείων στην κυβέρνηση δυσχεραίνει τη διπλωματική συνεργασία.
Επιπλέον, η προοπτική των Συμφωνιών του Αβραάμ 2.0 απαιτεί έναν Ισραηλινό ηγέτη που μπορεί να επιδείξει αυτοσυγκράτηση και στρατηγική διορατικότητα. Ένας ευρύς συνασπισμός θα μπορούσε να προσφέρει στον Νετανιάχου την πολιτική κάλυψη που χρειάζεται για να προχωρήσει σε δύσκολους συμβιβασμούς που η άκρα δεξιά δεν θα αποδεχόταν ποτέ. Είναι μια κίνηση που θυμίζει παλαιότερες περιόδους της καριέρας του, όπου η ικανότητά του να ελίσσεται μεταξύ διαφορετικών πολιτικών στρατοπέδων του χάρισε το προσωνύμιο του «μάγου» της ισραηλινής πολιτικής.
Εμπόδια και η Δυσπιστία της Αντιπολίτευσης
Ωστόσο, το εγχείρημα του Νετανιάχου προσκρούει σε έναν τοίχο δυσπιστίας. Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης, όπως ο Γιαΐρ Λαπίντ και ο Μπένι Γκαντς, έχουν επανειλημμένα δηλώσει ότι δεν πρόκειται να συμμετάσχουν σε καμία κυβέρνηση υπό τον Νετανιάχου, επικαλούμενοι τις δικαστικές του περιπέτειες και την αίσθηση ότι ο Πρωθυπουργός χρησιμοποιεί τους εταίρους του μόνο για όσο τους χρειάζεται. Για την αντιπολίτευση, η πρόσκληση για «εθνική ενότητα» θεωρείται συχνά ως μια παγίδα που στοχεύει στην αποδυνάμωση των αντιπάλων του και στη διάσπαση του αντι-Νετανιάχου μπλοκ.
- Η δυσπιστία πηγάζει από προηγούμενες αθετημένες υποσχέσεις, όπως στην περίπτωση της κυβέρνησης συνεργασίας με τον Μπένι Γκαντς το 2020.
- Η κοινωνική βάση της κεντροαριστεράς απαιτεί σαφείς δεσμεύσεις για το κράτος δικαίου και τη δημοκρατία.
- Η άκρα δεξιά, από την πλευρά της, προειδοποιεί ότι μια τέτοια στροφή αποτελεί «προδοσία» των εθνικών συμφερόντων και των ψηφοφόρων που έφεραν τη δεξιά στην εξουσία.
Συμπέρασμα: Επιβίωση ή Πραγματική Αλλαγή;
Το ερώτημα που παραμένει είναι αν η πρόθεση του Νετανιάχου για μια ευρεία κυβέρνηση αποτελεί μια ειλικρινή προσπάθεια για σταθερότητα ή έναν ακόμη τακτικισμό για την παράταση της πολιτικής του κυριαρχίας. Στο Ισραήλ του 2026, οι προκλήσεις είναι πιο πιεστικές από ποτέ. Η ανάγκη για μια συνεκτική εθνική στρατηγική είναι εμφανής, αλλά το πολιτικό σύστημα παραμένει βαθιά διχασμένο. Αν ο Νετανιάχου καταφέρει πράγματι να σχηματίσει έναν τέτοιο συνασπισμό, θα πρόκειται για έναν θρίαμβο της πολιτικής του προσαρμοστικότητας. Αν αποτύχει, κινδυνεύει να βρεθεί απομονωμένος, ανάμεσα σε μια άκρα δεξιά που νιώθει προδομένη και μια αντιπολίτευση που δεν τον εμπιστεύεται.
«Στις κρίσιμες στιγμές για το έθνος, η ενότητα δεν είναι επιλογή, είναι αναγκαιότητα», δήλωσε ο Νετανιάχου, απευθυνόμενος στους πολίτες. Το αν οι πολίτες και οι πολιτικοί του αντίπαλοι θα συμμεριστούν αυτή την άποψη, μένει να φανεί στην κάλπη.