Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, με την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να επισημαίνει πρόσφατα την ωμή πραγματικότητα: το εμπορικό έλλειμμα μεταξύ Ε.Ε. και Κίνας αγγίζει πλέον το ένα δισεκατομμύριο ευρώ την ημέρα, παρουσιάζοντας αύξηση 10% φέτος. Η εξάρτηση της Ευρώπης από κινεζικές πρώτες ύλες υπερβαίνει το 80%, ενώ στις σπάνιες γαίες αγγίζει το 90%.
Η αυτοπαγίδευση στις Βρυξέλλες
Παρά την πίεση που ασκεί η βιομηχανική κυριαρχία της Κίνας ή η υπεροχή των ΗΠΑ στην τεχνητή νοημοσύνη και το κόστος ενέργειας, η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται εντός των ευρωπαϊκών συνόρων. Ενώ οι διεθνείς ανταγωνιστές εξασφάλιζαν πόρους και απελευθέρωναν την καινοτομία, οι Βρυξέλλες επέλεξαν ένα μείγμα πολιτικής που βασίστηκε στην υπερβολική ρύθμιση, το υψηλό ενεργειακό κόστος και τους υπερφιλόδοξους περιβαλλοντικούς στόχους.
Η βιομηχανική παρακμή της Ευρώπης δεν είναι απλώς αποτέλεσμα εξωτερικών παραγόντων, αλλά συνέπεια στρατηγικής αδράνειας. Η διάβρωση της παραγωγικής βάσης οφείλεται στην αδυναμία λήψης ρηξικέλευθων αποφάσεων και στην έλλειψη ουσιαστικής ευρωπαϊκής συνοχής.
Ο δρόμος προς την ανάκαμψη
Για την αντιμετώπιση του αδιεξόδου, η Ευρώπη οφείλει να ανασυγκροτήσει τη βιομηχανική της ικανότητα με ρεαλισμό. Οι βασικοί άξονες περιλαμβάνουν:
- Τη διαφοροποίηση των πηγών εφοδιασμού κρίσιμων υλών.
- Την ανάπτυξη αυτόνομης ικανότητας επεξεργασίας σπάνιων γαιών.
- Τη μετάβαση από τη ρύθμιση στην καινοτομία, ειδικά στον τομέα της Τεχνητής Νοημοσύνης.
- Την άμεση εφαρμογή των εκθέσεων Ντράγκι και Λέτα, που προσφέρουν τη «θεραπεία» για την τρέχουσα κρίση.
Η Ευρώπη δεν μπορεί να συνεχίσει να υπερ-ρυθμίζει και να φορολογεί, ελπίζοντας σε ανταγωνιστικότητα, όταν οι υπόλοιποι παίκτες επιδοτούν την παραγωγή και διεκδικούν ολόκληρες αγορές. Απαιτείται μια ηγεσία που δεν θα φοβηθεί να σπάσει τον καθρέφτη της αυτοαναφορικότητας για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του 21ου αιώνα.