Η ελληνική οικονομία του 2026 μπορεί να υπερηφανεύεται για τους ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, ωστόσο στο εσωτερικό της παραμένει μια ανοιχτή πληγή που αρνείται να κλείσει. Πρόκειται για το «βουνό» των μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPLs), το οποίο παρά τις τιτλοποιήσεις και το πρόγραμμα «Ηρακλής», παραμένει εγκλωβισμένο σε έναν λαβύρινθο δικαστικών εκκρεμοτήτων. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, περίπου 75 δισεκατομμύρια ευρώ σε δάνεια βρίσκονται υπό δικαστική κρίση, δημιουργώντας μια παράλληλη, «σκιώδη» οικονομία που κρατά δέσμιους εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες και εμποδίζει την πλήρη εξυγίανση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.
Ο τραπεζικός αποκλεισμός 1,5 εκατομμυρίου πολιτών
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο της τρέχουσας κατάστασης δεν είναι μόνο το ύψος των οφειλών, αλλά το ανθρώπινο κόστος. Υπολογίζεται ότι 1,5 εκατομμύριο Έλληνες πολίτες βρίσκονται σήμερα εκτός τραπεζικού συστήματος. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ουσιαστικά «οικονομικά αόρατοι»: δεν μπορούν να εκδώσουν πιστωτική κάρτα, δεν έχουν πρόσβαση σε στεγαστικά δάνεια και είναι αδύνατον να ξεκινήσουν μια νέα επιχειρηματική δραστηριότητα μέσω του επίσημου τραπεζικού δανεισμού. Αυτός ο αποκλεισμός λειτουργεί ως τροχοπέδη για την κοινωνική κινητικότητα και την επιχειρηματικότητα, καθώς ένα σημαντικό μέρος του ενεργού πληθυσμού παραμένει καθηλωμένο σε παλιές οφειλές που συχνά διογκώνονται από τόκους υπερημερίας.
Η κατάσταση αυτή δημιουργεί μια οικονομία δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά, οι μεγάλες επιχειρήσεις και οι «υγιείς» δανειολήπτες απολαμβάνουν τη ρευστότητα των τραπεζών, και από την άλλη, μια τεράστια μάζα μικρομεσαίων επιχειρήσεων και νοικοκυριών που παλεύουν με τις σκιές του παρελθόντος. Αυτό το χάσμα υπονομεύει τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας και περιορίζει τη δυναμική της εγχώριας ζήτησης.
Η δικαιοσύνη ως το «στενό πέρασμα» της ανάκαμψης
Ο κύριος λόγος για τον οποίο αυτά τα 75 δισ. ευρώ παραμένουν «παγωμένα» είναι η παροιμιώδης καθυστέρηση στην απονομή δικαιοσύνης στην Ελλάδα. Οι υποθέσεις που αφορούν τον νόμο Κατσέλη και τις μετέπειτα ρυθμίσεις σέρνονται στα δικαστήρια για χρόνια, συχνά και πάνω από μια δεκαετία. Η έλλειψη ψηφιοποίησης (παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών), η υποστελέχωση των γραμματειών και οι συνεχείς αναβολές έχουν μετατρέψει τις δικαστικές αίθουσες σε «νεκροταφεία» δανειακών συμβάσεων.
- Οι καθυστερήσεις ευνοούν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές που εκμεταλλεύονται το σύστημα για να μην πληρώσουν.
- Ταυτόχρονα, τιμωρούν τους πραγματικά αδύναμους που περιμένουν μια απόφαση για να κάνουν μια νέα αρχή.
- Οι servicers (εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων) βρίσκονται σε μια διαρκή αντιπαράθεση με τους δανειολήπτες, με τη δικαιοσύνη να αδυνατεί να δώσει γρήγορες και οριστικές λύσεις.
Η δυσλειτουργία αυτή έχει και διεθνείς επιπτώσεις. Οι ξένοι επενδυτές βλέπουν την αδυναμία γρήγορης επίλυσης διαφορών ως έναν από τους μεγαλύτερους κινδύνους (country risk) για την Ελλάδα. Όσο το νομικό πλαίσιο παραμένει δυσκίνητο, το κόστος δανεισμού για τη χώρα θα παραμένει υψηλότερο από όσο θα δικαιολογούσαν τα μακροοικονομικά της μεγέθη.
Η πρόκληση των Servicers και το μέλλον
Με τη μεταφορά των κόκκινων δανείων από τους ισολογισμούς των τραπεζών στους servicers, το πρόβλημα έφυγε από την «πρώτη γραμμή» του τραπεζικού κινδύνου, αλλά δεν εξαφανίστηκε από την οικονομία. Οι εταιρείες διαχείρισης δέχονται έντονες πιέσεις να αυξήσουν τις ανακτήσεις, συχνά χρησιμοποιώντας επιθετικές πρακτικές που προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις. Ωστόσο, χωρίς ένα λειτουργικό δικαστικό σύστημα, ακόμα και οι πιο εξελιγμένες πλατφόρμες διαχείρισης παραμένουν ανίσχυρες.
«Η Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρηθεί μια πλήρως αναπτυγμένη οικονομία όσο το 15% του πληθυσμού της παραμένει οικονομικά εξορισμένο λόγω παλαιών χρεών που δεν εκκαθαρίζονται», αναφέρει κορυφαίος οικονομικός αναλυτής.
Η λύση απαιτεί μια γενναία τομή: την επιτάχυνση των διαδικασιών μέσω ειδικών τμημάτων στα δικαστήρια αποκλειστικά για οικονομικές υποθέσεις και την ενίσχυση του εξωδικαστικού συμβιβασμού. Αν δεν απελευθερωθούν αυτές οι δυνάμεις, το «βουνό» των 75 δισ. ευρώ θα συνεχίσει να ρίχνει τη βαριά σκιά του πάνω από το μέλλον της χώρας, εμποδίζοντας την πραγματική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη.