Η KIEFER, μια εταιρεία που ξεκίνησε την πορεία της το 2014 από τον κλάδο της ενέργειας, μετεξελίσσεται πλέον σε έναν σημαντικό παίκτη στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής στην Ελλάδα. Ο ιδρυτής και CEO της εταιρείας, Χρήστος Πετρόχειλος, μιλώντας στην εκπομπή Business Monitor, περιέγραψε το όραμά του για ένα ελληνικό «AI factory» που συνδυάζει την υπολογιστική ισχύ με την ανάπτυξη εξειδικευμένων μοντέλων.
Επένδυση σε υποδομές NVIDIA και Sovereign AI
Κεντρικό πυλώνα της στρατηγικής της KIEFER αποτελεί η επένδυση σε προηγμένες υποδομές. Η εταιρεία έφερε το πρώτο σύστημα NVIDIA Blackwell στην Ελλάδα και επένδυσε στο πρώτο NVIDIA SuperPOD της χώρας. Η κίνηση αυτή αποσκοπεί στην προώθηση του «sovereign AI», δηλαδή της δυνατότητας διαχείρισης δεδομένων και υπολογιστικής ισχύος σε τοπικό επίπεδο.
Σύμφωνα με τον κ. Πετρόχειλο, ο έλεγχος των δεδομένων καθίσταται κρίσιμος καθώς η τεχνητή νοημοσύνη εισέρχεται σε σπίτια, επιχειρήσεις και στρατηγικές υποδομές. Στο πλαίσιο αυτό, η εταιρεία αναπτύσσει τη Sophea AI, έναν ψηφιακό βοηθό με δυνατότητα αναγνώρισης και παραγωγής ελληνικής ομιλίας, που στοχεύει στην υποστήριξη μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ξενοδοχείων με χαμηλό κόστος.
Ρομποτική και Ενεργειακές Υποδομές
Στον τομέα της ρομποτικής, η KIEFER εστιάζει στην αυτοματοποίηση επιθεωρήσεων σε ενεργειακές εγκαταστάσεις. Τα ρομπότ εκπαιδεύονται στη θερμογράφηση μετασχηματιστών και τη δημιουργία ψηφιακών αντιγράφων (digital twins), επιτρέποντας την προληπτική συντήρηση. Παρά την πρόοδο, ο κ. Πετρόχειλος τόνισε ότι στις κρίσιμες υποδομές ο ανθρώπινος έλεγχος παραμένει απαραίτητος.
Ευρωπαϊκή επέκταση και ανοιχτά μοντέλα
Η εταιρεία έχει ήδη ξεκινήσει τη δραστηριότητά της στην Πολωνία, με επόμενους στόχους τη Γερμανία και την Ιταλία. Επιπλέον, εντός του 2026, η KIEFER διέθεσε επτά ανοιχτά μοντέλα AI, προωθώντας τη διαφάνεια στον κλάδο. Ο κ. Πετρόχειλος εκτιμά ότι το 2027 θα αποτελέσει έτος καμπής για την ευρύτερη υιοθέτηση του AI από τις επιχειρήσεις, αν και αναγνώρισε ότι η αυξημένη παραγωγικότητα που προσφέρουν αυτά τα εργαλεία μπορεί, παραδόξως, να οδηγήσει σε αύξηση των ωρών εργασίας, καθώς «πλέον δεν υπάρχει όριο».